Τετάρτη 29 Φεβρουαρίου 2012

επιστολη βαρθολομαιου στον ιερωνυμο


Eπιστολή του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου προς τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Ιερώνυμο




http://www.xristianiki.gr/elektronike-ekdose/idalogos-me-eterodoxous/epistoles-tou-oikoumenikou-patriarkhe-bartholomaiou-pros-ton-arkhiepiskopo-athenon-ieronumo.html 
«Μακαριώτατε Αρχιεπίσκοπε Αθηνών και πάσης Ελλάδος, εν Χριστώ τω Θεώ λίαν αγαπητέ και περιπόθητε αδελφέ και συλλειτουργέ της ημών Μετριότητος κύριε Ιερώνυμε, Πρόεδρε της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, την Υμετέραν σεβασμίαν Μακαριότητα αδελφικώς εν Κυρίω κατασπαζόμενοι, υπερήδιστα προσαγορεύομεν.
Εις γνώσιν του Οικουμενικού Πατριαρχείου περιήλθε κατ' αυτάς κείμενον υπό τον τίτλον «Ομολογία Πίστεως», υπογεγραμμένον υπό κληρικών και μοναχών, ως και τινων λαϊκών, εν οις και τινες Μητροπολίται της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος, δια του οποίου επιχειρείται ο διαχωρισμός των Ορθοδόξων πιστών εις «ομολογητάς της Ορθοδόξου πίστεως» και εις οιονεί μειοδότας αυτής, εφ' όσον δεν αποδέχονται τας θέσεις των συντακτών του εν λόγω κειμένου.

Επί του ζητήματος τούτου, συνοδική διαγνώμη, προαγόμεθα ίνα εκφράσωμεν Υμίν τον έντονον προβληματισμόν του Οικουμενικού Πατριαρχείου και τούτο διά τους ακόλουθους λόγους:
Είναι γνωστόν ότι από μακρού υφίστανται και καλλιεργούνται, ιδιαιτέρως εν τω χώρω της Εκκλησίας της Ελλάδος, ζηλωτικαί τάσεις, αίτινες εκδηλούνται δια πολεμικής ενίοτε οξείας και ανοικείου, εναντίον των διεξαγομένων θεολογικών διαλόγων και επαφών της Ορθοδόξου Εκκλησίας μετά των ετεροδόξων. Η Ορθόδοξος Εκκλησία ουδέποτε βεβαίως ημπόδισεν ή επέκρινε την έκφρασιν κριτικής προς πράξεις και αποφάσεις της διοικούσης Εκκλησίας διο και ουδέποτε διεμαρτυρήθημεν και ημείς δια τας ως άνω τάσεις, καίτοι, ως είπομεν, πολλάκις εκδηλούνται αύται κατά τρόπον ανοίκειον, φανατικόν και τουταυτό ασεβή. Δεν ηθέλομεν απευθυνθή, συνεπώς, προς Υμάς εάν επρόκειτο απλώς περί μιας τοιαύτης κριτικής, έστω και απρεπούς και ανοικείου.

Αλλ' η περίπτωσις της εν λόγω «Ομολογίας» παρουσιάζει ιδιομορφίας τινάς αι οποίαι εμβάλλουν ημάς εις ανησυχίαν, δοθέντος ότι:

α) Το κείμενον τούτο αυτοχαρακτηρίζεται ως «Ομολογία Πίστεως» εφάμιλλος, τρόπον τινά, ή εν πάση περιπτώσει παράλληλος προς υφισταμένας επισήμους «Ομολογίας Πίστεως», ως εκείναι των Αγίων και Οικουμενικών Συνόδων ή άλλαι «Ομολογίαι» φέρουσαι ονόματα ατόμων ως των Πέτρου Μογίλα, Δοσιθέου Ιεροσολύμων κ.α. Αλλ' ενώ αι τελευταίαι αύται φέρουσι και αυταί συνοδικήν επικύρωσιν, η περί ής ο λόγος «Ομολογία» ουδεμίαν τοιαύτην επικύρωσιν φέρει, και δια του τίτλου τούτου παραπλανά μέρος του πιστού λαού εμφανιζομένη ως μια παρόμοια «Ομολογία».

β) Η «Ομολογία» αύτη διαλαμβάνει εν παραγράφω την διακήρυξιν ότι πάντες οι επικοινωνούντες προς τους ετεροδόξους και συμπροσευχόμενοι μετ' αυτών θέτουν εαυτούς αυτομάτως εκτός Εκκλησίας. Τούτο σημαίνει ότι πάντες οι Πατριάρχαι και λοιποί Προκαθήμενοι των Ορθοδόξων Εκκλησιών μετά των Ιερών αυτών Συνόδων ως μετέχοντες εις τοιαύτας επαφάς και διαλόγους έχουν αυτομάτως θέσει εαυτούς εκτός Εκκλησίας!!! Οι υπογράφοντες την «Ομολογίαν» δια του τρόπου τούτου κηρύσσουν πάντας ημάς εκτός της Εκκλησίας, ήτοι σχισματικούς, είναι δε απορίας άξιον διατί δεν έχουν εισέτι διακόψει την μεθ' ημών μυστηριακήν κοινωνίαν, εφ' όσον ευρισκόμεθα κατ' αυτούς «εκτός Εκκλησίας». Το σπέρμα πάντως του σχίσματος ενυπάρχει εις τα ως άνω εκφράσεις της «Ομολογίας», τούτο δε δέον να εμβάλη πάντας τους ποιμαίνοντας την Εκκλησίαν εις ανησυχίαν.

γ) Η ανησυχία αύτη επιτείνεται εκ του ότι την εν λόγω «Ομολογίαν» υπογράφουν συν τοις άλλοις και τινες Αρχιερείς της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος, ως εάν μη ήρκει εις αυτούς η κατά την επισκοπικήν χειροτονίαν των δοθείσα Ομολογία. Θέλομεν να πιστεύωμεν ότι οι υπογράψαντες Ιεράρχαι έπραξαν τούτο άνευ πλήρους επιγνώσεως του ότι διά του τρόπου τούτου οδηγούν εις σχίσμα εντός της Ορθοδόξου Ιεραρχίας, δοθέντος ότι τας μετά των ετεροδόξων επαφάς εγκρίνουν δια συνοδικών αποφάσεων πάσαι αι Ορθόδοξοι Εκκλησίαι. Διότι είναι αδιανόητον οι επίσκοποι ούτοι, δια μεν της υπογραφής της εν λόγω «Ομολογίας» να διακηρύσσουν ότι πάντες οι μετέχοντες εις τας μετά των ετεροδόξων επαφάς «θέτουν εαυτούς αυτομάτως εκτός της Εκκλησίας», εν δε τη λειτουργική και λοιπή αυτών ζωή να θεωρούν εαυτούς εν κοινωνία μετ' αυτών, μνημονεύοντες μάλιστα και του ονόματος αυτών εν τη Θεία Λειτουργία.

Μακαριώτατε,

Αι μετά των ετεροδόξων επαφαί, περιλαμβανομένων των μετ' αυτών θεολογικών διαλόγων, δεν αποτελούσιν ενεργείας ωρισμένων Εκκλησιών ή προσώπων, αλλά, ως είπομεν, συνοδικάς αποφάσεις πασών ανεξαιρέτως των Ορθοδόξων Εκκλησιών, περιλαμβανομένης και της καθ' Υμάς Αγιωτάτης Εκκλησίας της Ελλάδος, ως είναι η ομόφωνως απόφασις της Γ' Προσυνοδικής Πανορθοδόξου Διασκέψεως (1986) και αι υπογραφείσαι και συνημμένως εν αντιγράφω αποστελλόμεναι συμφωνίαι επί του περιεχομένου του μετά της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας θεολογικού ημών διαλόγου.

Προκαλεί βαθίαν θλίψιν η διαπίστωσις ότι τούτο λησμονείται υπό των υπογραψάντων την «Ομολογίαν» ταύτην. Η Εκκλησία της Ελλάδος μη καταδικάζουσα αλλά δεχόμενη σιωπηρώς την κυκλοφορίαν κειμένων «Ομολογίας Πίστεως», ως το περί ου ο λόγος, δια του οποίου τίθενται εκτός Εκκλησίας πάντες οι μετέχοντες εις τας μετά των ετεροδόξων σχέσεις, υπογεγραμμένον μάλιστα και υπό επισκόπων αυτής, δημιουργεί προβληματισμόν ουχί μόνον εις το ποίμνιον αυτής, αλλά και εις την μετά των λοιπών Ορθοδόξων Εκκλησιών κοινωνίαν αυτής.

Παρακαλούμεν, όθεν, την Υμετέραν Μακαριότηταν και την περί Αυτήν τιμίαν Ιεραρχίαν όπως το ταχύτερον δυνατόν λάβη επισήμως θέσιν έναντι της φερομένης «Ομολογίας Πίστεως» και των υπογραψάντων αυτήν κληρικών αυτής, αναλογιζομένην τον κίνδυνον, τον οποίο εγκυμονεί δια την ενότητα της Εκκλησίας η επιδεικνυμένη ανοχή η, ως αποδείκνυται, και υπό τινων εκ των επισκόπων αυτής ενθάρρυνσις, τοιούτων διχαστικών ενεργειών.

Ταύτα ανακοινούμενοι τη Υμετέρα Μακαριότητι, περιπτυσσόμεθα και αύθις Αυτήν φιλήματι αδελφικώ και διατελούμεν μετ' αγάπης εν Κυρίω πολλής και τιμής εξιδιασμένης».

Πότε κάνουμε το σταυρό μας

Πότε κάνουμε το σταυρό μας στις ακολουθίες, αλλά και γενικά όταν βρισκόμαστε μέσα στην Εκκλησία;

Κάνουμε το σταυρό μας:

1.
Μόλις ανάψουμε το κερί μας.
2.
Όταν μπαίνουμε στους Ιερούς Ναούς και όταν βγαίνουμε από αυτούς.
3.
Στην αρχή κάθε ακολουθίας.
4.
Σε κάθε Τριαδική εκφώνηση.
Δηλαδή κάθε φορά πού θα λέγεται ή θα ψάλλεται το: «Δόξα Πατρί και Υιώ και Αγίω Πνεύματι»,ή όταν ακούγεται το «… του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος…».
5.
Σε κάθε εκφώνηση της Παναγίας:
«Της Παναγίας, αχράντου, υπερευλογημένης, ενδόξου, Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας…» που υπάρχει στα Ειρηνικά, Πληρωτικά και Μικρές Συναπτές.
6.
Στα Απολυτίκια ή Τροπάρια όταν και όπου ακούγεται το όνομα του Αγίου ή της Αγίας της ημέρας, του Ναού κλπ.
7.
Στον Όρθρο, όταν ψάλλεται, επαναλαμβανόμενο, το Μεγαλυνάριο της Παναγίας: «Την τιμιωτέραν των Χερουβείμ και ενδοξοτέραν ασυγκρίτως των Σεραφείμ…». Το σταυρό μας είναι προτιμότερο να τον κάνουμε , όταν φθάνει η ψαλμωδία στο: «…την όντως Θεοτόκον …», για να τονίζεται η πίστη ότι εγέννησε Θεόν.
8.
Στη Μικρή και Μεγάλη Είσοδο, όταν περνούν από μπροστά μας το Ευαγγέλιο και τα Τίμια Δώρα.
9.
Στον Τρισάγιο ύμνο: «Άγιος ο Θεός, Άγιος Ισχυρός, Άγιος Αθάνατος, ελέησον ημάς».
10.
Στο «Δεύτε προσκυνήσωμεν και προσπέσωμεν…» το όποιο επαναλαμβάνεται τρις. Μαζί με το σταυρό μας σ’ αυτήν την περίπτωση κάνουμε κάθε φορά και μία μικρή μετάνοια.
11.
Πριν από το τέλος του Εσπερινού, όταν ο Ιερέας λέγει το «Νυν απολύεις τον δούλον σου, Δέσποτα, κατά τό ρήμα σου έν ειρήνη ότι είδον οί οφθαλμοί μου τό σωτήριόν σου…».
12.
Στις απολύσεις των ακολουθιών (Εσπερινού, Όρθρου και λοιπών ακολουθιών),καθώς και στην απόλυση της Θείας Λειτουργίας.
13.
Κάθε άλλη φορά, κατά τις διάφορες αιτήσεις του Ιερέα , έφ’ όσον αυτό αναπαύει ή ευχαριστεί τον πιστό.
14.
Όταν προσκυνούμε τις άγιες Εικόνες ή άγια Λείψανα.
15.
Πριν κοινωνήσουμε και μετά τη Θεία Κοινωνία.
ΔΕΝ κάνουμε το σταυρό μας:
1.
Όταν μας θυμιάζει ο Ιερέας. Στις περιπτώσεις αυτές αντί Σταυρού, κάνουμε μια υπόκλιση της κεφαλής ευχαριστούντες τον Ιερέα για την τιμή πού μας κάνει: Μετά τις άγιες Εικόνες να θυμιάζει και εμάς, ως εικόνες του Θεού! Εάν καθόμαστε , πρέπει να σηκωνόμαστε.
2.
Όταν στην αρχή του Όρθρου αναγινώσκεται ο Εξάψαλμος.
Το σταυρό μας μπορούμε να κάνουμε στην αρχή και στο τέλος του Εξάψαλμου. Σ’ όλη όμως τη διάρκεια αυτού, ακόμη και στο μέσον του, όταν λέγουμε τα «Δόξα… Και νυν… Αλληλούια…» ΔΕΝ κάνουμε το σταυρό μας, αλλά παρακολουθούμε «εν πάση σιωπή και κατανύξει» τον Αναγνώστη, ο όποιος «μετ’ ευλάβειας και φόβου Θεού», διαβάζει τον Εξάψαλμο. Διότι ό χρόνος αυτός τής αναγνώσεως προεικονίζει το χρόνο τής Δευτέρας Παρουσίας του Κυρίου, κατά τη διάρκεια του οποίου με φόβο και τρόμο θα αναμένουμε την τελική κρίση Του για εμάς. Και, όπως τότε, έτσι και τώρα θα πρέπει σιωπώντες, όρθιοι, ακίνητοι, χωρίς μετακινήσεις ή, προπαντός, χωρίς και τούς παραμικρούς θορύβους, να παρακολουθούμε την ανάγνωση αυτή. (Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται στις εσπερινές ακολουθίες της Μεγάλης Εβδομάδας, οι οποίες είναι ό Όρθρος της επομένης. Διότι τότε, αφηρημένοι, μπαίνουμε στους Ναούς χωρίς να προσέχουμε, εάν εκείνη την ώρα διαβάζεται ο Εξάψαλμος. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις θα πρέπει να παραμένουμε ακίνητοι στην είσοδο του Κυρίως Ναού και μετά το πέρας της αναγνώσεως να μετακινούμαστε για να καταλάβουμε τη θέση μας).
3.
Όταν φιλάμε το χέρι Ιερωμένου.
Η συνήθεια ορισμένων να κάνουν το σταυρό τους πριν φιλήσουν το χέρι του Επισκόπου ή Ιερέα ή οποιουδήποτε ρασοφόρου είναι λανθασμένη. Το σταυρό μας τον κάνουμε, όταν ασπαζόμαστε τις άγιες Εικόνες και όχι όταν ασπαζόμαστε το χέρι του Ιερωμένου. Όταν λοιπόν πρόκειται να επικοινωνήσουμε ή να συναντηθούμε με Ιερωμένο, μπορούμε να πούμε «Ευλόγησον, Δέσποτα ή Πάτερ» ή «Την ευχή σας, Σεβασμιώτατε ή Αγιε Καθηγούμενε ή Πάτερ και κάνοντας μία μικρή υπόκλιση της κεφαλής να ασπαστούμε το δεξί του χέρι, όποτε συνεχίζουμε το διάλογο μαζί του, όπως επιθυμεί ό καθένας. Το ίδιο κάνουμε και φεύγοντας από κοντά του. Λέμε, «Την ευχή σας ή Ευλογείτε, Πάτερ», κάνουμε μικρή υπόκλιση, προτείνοντας τις παλάμες μας σταυροειδώς, ασπαζόμαστε τη δεξιά του και φεύγουμε.
4.
Όταν λαμβάνουμε το αντίδωρο από το χέρι του Ιερέα, το οποίο (χέρι) στη συνέχεια το ασπαζόμαστε.

Ο βίος του Αγίου Κασσιανού



Μια βαθιά πνευματική προσωπικότητα, που αυγάζει στο στερέωμα της εν ουρανοίς θριαµβεύουσας Εκκλησίας και κοσμεί τη χορεία των αγίων της Ορθοδοξίας, είναι ο Αββάς Κασσιανός.

Γεννήθηκε πιθανόν γύρω στο 360 µ.Χ. και δύο χώρες διεκδικούν βάσιμα το δικαίωμα του να είναι γενέτειρές του, η Μικρή Σκυθία, κατά τους περισσοτέρους μελετητές, ή η Νότια Γαλατία (Προβηγκία). Του αποδίδεται και το όνομα Ιωάννης, που μάλλον ήταν το βαπτιστικό ή το μοναχικό του όνομα, και Κασσιανός πρέπει να ήταν μάλλον το προσωνύμιό του. Όπως ο ίδιος µας πληροφορεί «από την τρυφερή ηλικία διδάχθηκε να παίρνει μεγάλες αποφάσεις» και «από την παιδική ηλικία έζησε μεταξύ των μοναχών». Κατά την πρώιμη νεανική ηλικία ο Άγιος Κασσιανός μαζί με τον αδελφικό του φίλο Γερμανό αποφάσισαν να ακολουθήσουν την μοναχική ζωή και εγκαταστάθηκαν σε κάποια Μονή της Βηθλεέμ, κατά πάσα πιθανότητα στο ονομαστό για την πνευματικότητά του Κοινόβιο του Αγίου Ιερωνύμου, κοντά στο Σπήλαιο της Γεννήσεως, «όπου», όπως γράφει ο ίδιος, «ο Κύριός µας συγκατέβη να γεννηθεί από την Παρθένο». Στην πνευματική αυτή εστία βρήκαν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις που θα ευόδωναν τον ιερό σκοπό της ζωής τους. Από εκεί ήρθαν σε επαφή με τον ακμάζοντα μοναχισμό της Παλαιστίνης, της Συρίας και της Μεσοποταμίας, τον οποίο είχε κατά κύριο λόγο υπόψη του ο Άγιος, όταν συνέτασσε τους «Κοινοβιακούς Κανονισμούς».

Ύστερα από μερικά χρόνια Κασσιανός και Γερμανός εξέφρασαν την επιθυμία στους προεστώτες του Κοινοβίου τους να επισκεφθούν τους αναχωρητές της Αιγύπτου, για να αποκομίσουν από τη γνωριμία αυτή πνευματική βοήθεια. Το αίτημά τους έγινε δεκτό με την προϋπόθεση να επιστρέψουν και πάλι στη Μονή της μετανοίας τους. Όταν έφθασαν στην Αίγυπτο συνάντησαν τον Επίσκοπο της Πανεφώ (Πανέφυσις) Αρχίβιο, ο οποίος, όταν πληροφορήθηκε το σκοπό της επισκέψεώς τους, τους συμβούλευσε, πριν προχωρήσουν στις μεγάλες ερήμους της ενδοχώρας, να επισκεφθούν πρώτα τους αναχωρητές που ζούσαν στα περίχωρα της Πανεφώ, πάνω σε κάποια ξερονήσια. Δέχτηκαν με χαρά την πρότασή του και με τη δική του καθοδήγηση ξεκίνησαν, διασχίζοντας μονότονους βαλτότοπους, να συναντήσουν τους ασκητές.

Η περιοδεία τους συνεχίστηκε σε πολλές σκήτες, μοναστήρια και ερημητήρια, όπου κάθε άγιος γέροντας είχε να τους προσφέρει πλούσια πνευματική τροφοδοσία. Οι συζητήσεις και η έντονη ασκητική ζωή των πατέρων που συνάντησαν, τους οδήγησαν πολλές φορές στον πειρασμό να επιθυμήσουν να παραμείνουν εκεί μαζί τους και να μην επιστρέψουν στη Μονή της μετανοίας τους, όπως είχαν υποσχεθεί. Οι συμβουλές όμως των πατέρων που συνάντησαν τους στήριξαν στην υπακοή και στην τήρηση της εντολής που είχαν λάβει.

Έτσι επέστρεψαν στη Βηθλεέμ, στη Μονή τους, και εκεί επιβραβεύτηκε η υπακοή τους. Ύστερα από λίγο πήραν και πάλι ευλογία να επισκεφθούν για δεύτερη φορά την Αίγυπτο, αλλά αυτή τη φορά τους αναχωρητές στα βάθη της ερήμου. Εκεί στην έρημο της Σκήτης, στην κοιλάδα της Νιτρίας, ο Όσιος Αµµούν, σύγχρονος και φίλος του Μεγάλου Αντωνίου, είχε οργανώσει τη μοναχική πολιτεία κατά τον 4ο αι. µ.Χ. και «ἐπόλησεν αὐτήν τήν περιοχήν τῆς κάτω Αἰγύπτου, ὅπως ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος τήν Θnβαΐδα», κατά τον Παλλάδιο. Συνάντησαν εκεί μεγάλους ασκητές, όπως τον Αββά Μωυσή, τον Αββά Παφνούτιο, τον Αββά Σεραπίωνα, τον Αββά Ισαάκ, με τους οποίους συνομίλησαν για ένα πλήθος πνευματικών θεμάτων της χριστιανικής ζωής.

Θεολογικές αναταραχές που προκλήθηκαν εξ αφορμής της αιρέσεως του ανθρωποµορφισµού, ανάγκασαν τους δύο μοναχούς να φύγουν από την Αίγυπτο και να πάνε στην Κωνσταντινούπολη, στης οποίας τον Πατριαρχικό θρόνο ήταν ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Ο Άγιος πήρε υπό την προστασία του τους νεαρούς μοναχούς, ενώ εκείνοι σαγηνεύτηκαν από το μεγαλείο της προσωπικότητάς του. Ο Κασσιανός του αφοσιώθηκε με σεβασμό και υιική τρυφερότητα και μέχρι το τέλος της ζωής του συνήθιζε να λέει ότι στον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο όφειλε όλες τις γνώσεις του για την πνευματική ζωή, τον αποκαλεί δε «μάρτυρα» και «πατέρα» του.

Οι δύο μοναχοί, ως συνεργάτες πλέον του Πατριάρχου, υπέστησαν τις συνέπειες του διατάγματος του Αρκαδίου του 404 µ.Χ., σύμφωνα με το οποίο έπρεπε να εγκαταλείψουν τη χώρα όλοι οι υποστηρικτές του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Ο Άγιος, πριν τον αποχωρισμό τους, τους τίμησε με την εμπιστοσύνη του επιφορτίζοντάς τους να μεταβούν στη Ρώμη και να επιδώσουν στον Πάπα Ιννοκέντιο Α’ μια επιστολή του κλήρου και του λαού, που περιείχε αίτηση για συμπαράσταση προς τον διωκόμενο Πατριάρχη και πλήρες ιστορικό των διώξεων που υπέστη ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Ο Κασσιανός και ο Γερμανός έφθασαν στη Ρώμη, παρέδωσαν την επιστολή και παρέμειναν στη Ρώμη, ο μεν Κασσιανός για δέκα χρόνια, ενώ ο Γερμανός μέχρι το τέλος της ζωής του, διακονώντας τις ανάγκες της Εκκλησίας. Εκεί, το 430 µ.Χ., ύστερα από παράκληση του αρχιδιακόνου Λέοντος και στενού του φίλου, ο Άγιος Κασσιανός συνέγραψε το έργο «Περί Ενσαρκώσεως και κατά του Νεστορίου». Εκεί, στη Ρώμη, ο Άγιος χειροτονήθηκε ιερέας.

Ο κυριότερος βιογράφος του Αγίου, ο Γεννάδιος, μας πληροφορεί ότι περί το 415 µ.Χ., ο Κασσιανός βρίσκεται στη Μασσαλία, όπου εγκαταστάθηκε μόνιμα. Και «μέσα σ’ αυτά τα πυκνά δάση, απ’ όπου έκαναν προμήθειες τα πλοία των Φοινίκων, όσα την εποχή του Καίσαρα έφθαναν μέχρι τις ακτές της Μασσαλίας», ο Αββάς Κασσιανός ίδρυσε δύο μοναστήρια, ένα ανδρικό και ένα γυναικείο, στην περιοχή που επί Διοκλητιανού, μαρτύρησε ο Άγιος Βίκτωρ. Γι’ αυτό το ανδρικό Μοναστήρι το αφιέρωσε στον Άγιο Βίκτωρα, ενώ το γυναικείο στο Σωτήρα Χριστό. Ο Άγιος ουσιαστικά υπήρξε ο πρωτεργάτης και οργανωτής των Κοινοβίων της Δύσεως, με βάση τα «όσα είχε πάρει από τον μοναχισμό της Ανατολής».

Η μεγάλη εκτίμηση που απολάμβανε το έργο του Αγίου Κασσιανού φαίνεται από τον τεράστιο αριθμό χειρογράφων των «Κοινοβιακών Κανονισμών» και των «Συνομιλιών με τους πατέρες της ερήμου», που υπάρχουν στις Βιβλιοθήκες της Ευρώπης.

Ο Άγιος Κασσιανός υπήρξε πολυγραφότατος και, εκτός από τη θεωρητική κατοχύρωση του μοναχισμού που προσέφεραν κάποια από τα έργα του στην Δύση — όπου το περιβάλλον ήταν καχύποπτο προς την μοναχική ζωή — η διδασκαλία του, που εκφράζεται μέσα στο συγγραφικό του έργο, έχει βαθύ παιδαγωγικό και διδακτικό χαρακτήρα πάνω σε σοβαρά θεολογικά ζητήματα, αλλά και σε καθημερινούς προβληματισμούς που αφορούν στην πνευματική ζωή του Ορθοδόξου Χριστιανού. Είναι δε τόσο διαχρονική η σκέψη του, που αισθάνεται ο αναγνώστης ότι ο Άγιος έχει διατυπώσει ερωτήματα και προβλήματα της δικής µας συγχυτικής εποχής, για τα οποία ο ίδιος και οι Άγιοι Ασκητές-συνομιλητές του δίνουν απαντήσεις εξαιρετικά πρακτικές, κατανοητές και επίκαιρες.

Ενδεικτική συνομιλία αποτελεί αυτή με τον Αββά Θεόδωρο, στην οποία ο Άγιος ασκητής ομιλεί «Για την υπεροχή του τελείου ανθρώπου, που μεταφορικά ονομάζεται αµφοτεροδέξιος». Μεταξύ άλλων λέει ο Αββάς Θεόδωρος: «Οι τέλειοι είναι εκείνοι που n Αγία Γραφή τους ονομάζει αµφοτεροδέξιους. Έτσι µας περιγράφεται στο βιβλίο των Κριτών πως ήταν ο ξακουστός Αώδ, «ο οποίος μπορούσε να χρησιμοποιεί το αριστερό του χέρι τόσο καλά, όσο και το δεξιό» (Κρπ. 3, 15).

Έτσι θα αξιωθούμε κι εμείς να γίνουμε και να λεγόμαστε αµφοτεροδέξιοι — με την πνευματική έννοια του όρου — αν κάνουμε καλή χρήση της ευημερίας, την οποία ονομάζουμε συμβολικά “δεξί χέρι”, και της θλίψης, την οποία παριστάνουμε ως “αριστερό χέρι”. Αν, με άλλα λόγια, θεωρήσουμε τα πάντα, ό,τι κι αν µας συμβαίνει, πως είναι καλά, θετικά και χρήσιμα. Να µας γίνεται καθετί, όπως λέει ο Απόστολος, «ὅπλο δικαιοσύνης» (Β’ Κορ. 6, 7). Ο εσωτερικός µας άνθρωπος, πράγματι, το βλέπουμε ξεκάθαρα, αποτελείται από δύο ουσιώδη μέρη. Ο “έσω άνθρωπος” έχει δύο χέρια. Δεν υπάρχει δίκαιος που να μην έχει στη ζωή του θλίψεις, να μην έχει δηλαδή αριστερό χέρι. Αλλά n τέλεια αρετή αναγνωρίζεται από το εξής σημάδι: Και το ένα και το άλλο χέρι, χαρές και θλίψεις, λειτουργούν σαν το δεξιό, με τη θετική τους, δηλαδή, μορφή και ενέργεια. Γιατί, όταν φθάσει καθείς σ’ αυτό το ύψος αρετής, τότε ξέρει πλέον να κάνει ορθή χρήση και των δύο καταστάσεων, και την ευχάριστων και των θλιβερών…» (Αββάς Κασσιανός, τόμος Α’ εκδ. ΕΤΟΙΜΑΣΙΑ, Καρέας 2004).

Η Ορθόδοξη Εκκλησία είδε στο πρόσωπο, στη βιοτή και στο συγγραφικό έργο του Αγίου Αββά Κασσιανού τον φορέα και ταµιούχο του Ορθοδόξου μοναχικού φρονήματος, καθώς και τον ερμηνευτή των δογμάτων της πίστεως, ο οποίος «λόγῳ καί ἔργῳ» έγινε οδοδείκτης της οδού της Βασιλείας των ουρανών. Γι’ αυτό τον ανακήρυξε άγιο και η μνήμη του τιμάται στις 29 Φεβρουαρίου.

Η μνήμη του Αγίου Κασσιανού τιμάται στις 29 Φεβρουαρίου.

Ο καθηγητής της Βυζαντινής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών Φ. Δημητρακόπουλος, στο έργο του: «Σελίδες για τον άγιο Κασσιανό τον Ρωμαίο στην παλιά πόλη της Λευκωσίας», (Ακτή, 1997) αναφέρει ότι στη μαρτυρική Κύπρο πολλοί ναοί είναι καθιερωμένοι στο όνομά του και πανηγυρίζουν την ήμερα της μνήμης του. Αντίθετα η Δυτική Εκκλησία δεν τον κατέταξε στο επίσημο Αγιολόγιό της και δεν τον τιμά, εκτός της περιοχής της Μασσαλίας. Όταν οι Δυτικοί θεολόγοι αναφέρονται στο πρόσωπό του, τον αποκαλούν «Ιερό» και θεωρούν ότι ο Άγιος Κασσιανός «έχασε αυτή τη θέση (του Αγίου) και την οικουμενική αξιοπρέπειά του (!), όπως και κάποιοι άλλοι που προέρχονταν επίσης από την Ανατολή» (Dr. Newman: «Historical sketches», 3, 307).

Ένας ακόμη λόγος της περιθωριοποίησης του Αγίου Κασσιανού από τη Δυτική Εκκλησία είναι ότι υπήρξε ο κύριος αντίπαλος της θεωρίας του απόλυτου προορισμού του Ι. Αυγουστίνου, την οποία ενστερνίστηκε η δυτική θεολογία.

Οι εκδόσεις «ΕΤΟΙΜΑΣΙΑ» της ιεράς Μονής Αγίου Ιωάννου Προδρόμου Καρέα, με την ευλογία του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Καισαριανής, Βύρωνος και Υμηττού κ.κ. Δανιήλ, εξέδωσαν τον Νοέμβριο του 2004 τον Α’ τόμο των «Συνομιλιών με τους Πατέρες της Ερήμου», του Αββά Κασσιανού, ο οποίος περιλαμβάνει εκτενώς σε μορφή ερωταποκρίσεων με θεματικά κεφάλαια όλες τις συνομιλίες με τους Αγίους Γέροντες της Αιγυπτιακής ερήμου του 4ου αιώνα, τους οποίους συνάντησε ο Άγιος Κασσιανός με τον πνευματικό του αδελφό Γερμανό, με σκοπό την πνευματική τους τροφοδοσία. Οι συνομιλίες αυτές αποδίδονται στην παραπάνω αναφερόμενη έκδοση στην νεοελληνική και αποτελούν αντικειμενικά ένα ανάγνωσμα της «δεσποτικής τοῦ Κυρίου νομοθεσίας καί τῆς εὐαγγελικῆς πολιτείας ἀνάπτυξίς τε καί ἐξάπλωσις», κατά τον χαρακτηρισμό που αποδίδει ο Μέγας Φώτιος στην «Μυριόβιβλό» του στο έργο του Αγίου Κασσιανού.

Διαβάστε περισσότερα: Εκκλησία Παναγίας Αγίας Νάπας: Ο βίος του Αγίου Κασσιανού http://churchofagianapa.blogspot.com/2012/02/blog-post_29.html#ixzz1nnh9iCzE

ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ


H ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΠΕΤΡΟΥ ΚΑΙ ΠΑΥΛΟΥ ΣΤΗΝ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟ ΤΩΝ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ

(Πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό ΤΑΛΑΝΤΟ)
 
 
του  Νικολάου Παύλου
Θεολόγου
 
Το έτος 48 μ.Χ. ήταν σημαντικό για την μετέπειτα πορεία του χριστιανισμού. Ο Παύλος με το Βαρνάβα είχαν επιστρέψει από την Α΄ Αποστολική περιοδεία (Κύπρος-Μ. Ασία), και διηγήθηκαν στους πιστούς της κοινότητας της Αντιόχειας όσα έκανε ο Θεός μ’ αυτούς, και ότι άνοιξε την πόρτα της πίστης και στους Εθνικούς. Πολλοί χάρηκαν, αλλά κάποιοι που είχαν έρθει από τα Ιεροσόλυμα στην Αντιόχεια, δίδασκαν στους αδερφούς πως πρέπει να περιτμηθούν για να μπορέσουν να σωθούν (Πρ. 14, 27 ∙ Πρ. 15,1). Δημιουργήθηκε μεγάλη ταραχή, και οι δύο Απόστολοι μαζί με άλλους χριστιανούς από την Αντιόχεια πήγαν στα Ιεροσόλυμα για να λύσουν το ζήτημα μαζί με τους άλλους Απόστολους και τους Πρεσβύτερους.
Όπως γίνεται αντιληπτό η υπόθεση σχετίζονταν με το μέλλον της Εκκλησίας. Αν γίνονταν δεκτή η θέση των χριστιανών των Ιεροσολύμων ο χριστιανισμός θα υποβαθμίζονταν, και οι συνέπειες για τη μετέπειτα πορεία του πιθανόν να ήταν  ολέθριες. Αυτό το γνωρίζουν οι Απόστολοι και έτσι συγκαλείται η Αποστολική Σύνοδος στην οποία ήταν καθοριστικός ο ρόλος των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου, την μνήμη των οποίων γιορτάζει η Εκκλησία μας αυτές τις ημέρες.
Οι δύο Απόστολοι από την αρχή τονίζουν ότι ο Θεός δε θέλει να φορτωθούν οι χριστιανοί βάρη που είναι περιττά. Ο Παύλος μαζί με το Βαρνάβα αφηγούνται τους σταθμούς της περιοδείας τους και την επιτυχία που είχε το κήρυγμα του ευαγγελίου στους πρώην ειδωλολάτρες. Τότε κάποιοι από την παράταξη των Φαρισαίων που είχαν πιστέψει, έλεγαν ότι πρέπει οι εθνικοί να περιτέμνονται και να τηρούν τις διατάξεις του Μωυσή.
Οι Απόστολοι συζητούν αυτό το σημαντικό θέμα. Λαμβάνει κατόπιν το λόγο ο Πέτρος. Τονίζει ότι ο Θεός που γνωρίζει τις καρδιές των ανθρώπων, έδωσε σημάδι ότι και οι εθνικοί μπορούν να σωθούν, αφού τους χορηγήθηκε το Άγιο Πνεύμα. Δεν έκανε καμία διάκριση ανάμεσα στους Ιουδαίους και τους ειδωλολάτρες, αλλά καθάρισε με την πίστη τις καρδιές τους. Οπότε δεν πρέπει να φορτωθεί κανένας ζυγός στον τράχηλο των χριστιανών, τον οποίο μάλιστα δε μπόρεσαν να σηκώσουν αυτοί που κατάγονταν από τον Ιουδαϊσμό.
Ύστερα όλοι άκουσαν το Βαρνάβα και τον Παύλο, που διηγούνταν τα θαύματα που έκανε ο Θεός, μέσω αυτών, στους εθνικούς. Ο Ιάκωβος, στη συνέχεια, υπογράμμισε και αυτός να μην επιβαρυνθούν οι εθνικοί που επιστρέφουν στο χριστιανισμό.
Για το θέμα είναι χαρακτηριστικά τα παρακάτω που επισημαίνει ο ιερός Χρυσόστομος: «Όρα», λέει, «πως δείκνυσι τον Θεόν δι’ αυτού φθεγγόμενον, και ουδέν ανθρώπινον. Και ο καρδιογνώστης Θεός εμαρτύρησεν αυτοίς.  Επί την πνευματικήν ανάγει μαρτυρίαν αυτούς. Δους αυτοίς το Πνεύμα το άγιον, καθώς και ημίν. Όρα πως πανταχού εξισοί τα έθνη. Και ουδέν διέκρινε μεταξύ ημών τε και αυτών, τη πίστει καθαρίσας τας καρδίας αυτών. Από της πίστεως μόνης, φησί, των αυτών έτυχον. Κακείνων ταύτα εντρεπτικά∙ μάλλον δε εκείνους διδάξαι δύναται, ότι πίστεως δει μόνης, και ουκ έργων ουδέ περιτομής. Ου γαρ δη υπέρ των εθνών απολογούμενοι ταύτα λέγουσι μόνον, αλλά κακείνους παιδεύοντες αποστήναι του νόμου. Αλλά τέως ούπω λέγουσι τούτο. Νυν ουν τι πειράζετε τον Θεόν επιθείναι ζυγόν επί τον τράχηλον των μαθητών ον ούτε οι πατέρες ημών, ούτε ημείς ισχύσαμεν βαστάσαι. Αλλά δια της χάριτος του Κυρίου Ιησού πιστεύομεν σωθήναι, καθ’ ον τρόπον κακείνοι» ( Εις τας Πράξεις των Αποστόλων, Ομιλία ΛΔ, 60,235).
Ο σχολιασμός του Ιωάννη Χρυσοστόμου τονίζει ότι ο Θεός έδωσε το Άγιο Πνεύμα και στους ειδωλολάτρες που μεταστράφηκαν στο χριστιανισμό. Για το Θεό όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι. Δεν γίνεται καμία διάκριση ανάμεσα στους ανθρώπους, και όλοι σώζονται με τη χάρη του Κυρίου Ιησού.
Το συμπέρασμα που βγαίνει λοιπόν από τους λόγους των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου στην Αποστολική Σύνοδο και από την ανάλυση του ιερού Χρυσοστόμου είναι πως μέσα στην εκκλησία δεν υπάρχουν διακρίσεις και όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι για το Θεό. Επομένως δε χρειάζονταν τα πρόσθετα βάρη στους ώμους των εθνικών που γίνονταν χριστιανοί.
Η Αποστολική Σύνοδος, με το φωτισμό του Αγίου Πνεύματος, πήρε την απόφαση να μην επιβληθεί στους χριστιανούς τίποτα περιττό. Αρχίζει κατόπιν η Δεύτερη Αποστολική περιοδεία του Παύλου (49-52). Συνοδοί του είναι ο Σίλας, ο Τιμόθεος και ο Λουκάς. Στη διάρκειά της επισκέπτονται την Ελλάδα, και έτσι ο Απόστολος των Εθνών γίνεται ο ιδρυτής της ελληνικής εκκλησίας.
 
***
 
Το συμπέρασμα είναι πως η συμμετοχή των Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου ήταν καθοριστική για τη μετέπειτα πορεία της ιεραποστολής στους εθνικούς. Στήριξαν, εκτός των άλλων, με τις παρεμβάσεις τους την υπόθεση της  διάδοσης του χριστιανικού μηνύματος σε όλους. Αξίζει λοιπόν, τελειώνοντας, να παρατεθεί ένα απόσπασμα από τον έπαινο που απευθύνει σε αυτούς, ένας βυζαντινός λόγιος, ο Γεώργιος Ακροπολίτης, που έζησε τον 13ο αιώνα. Όπως γράφει λοιπόν: « Αλλ’ ω δυάς η κορυφαία των μαθητών του Χριστού –επισυναπτέον γαρ μοι πάλιν- οι της ολομελείας της δωδεκάδος των μαθητών οφθαλμοί, οι φωστήρες οι παμφαέστατοι, ουχ ο μεν εις ημέραν φαύσιν τεθείς ο δε νυκτός την δαδούχησιν, αλλά και άμφω ημερινοί και την νύκτα της αγνοίας διώκοντες και ως εν ημέρα ευσχημόνως τους διδασκομένους περιπατείν αναπείθοντες, οι θρόνοι της Χριστού ανακλήσεως, εφ’ ων ο διπλούς ανεπαύσατο Κύριος, τα δένδρα του παραδείσου τα αγλαόκαρπα, ων οι μεταλαμβάνοντες την αφθαρσίαν απολαμβάνουσιν, οι δίκρουνοι ποταμοί των διδαγμάτων Χριστού, εξ ων οι πίοντες ουκ αποθνήσκουσιν αλλά μεταστοιχειούνται προς το αθάνατον, αι διτταί του πνεύματος μάχαιραι το κρείττον από του χείρονος διατέμνουσαι. Ω πλάκες έμψυχοι, εν αις τα της Καινής Διαθήκης εγκαταγέγραπται∙ ω στύλοι δύο πυρίπνοοι τον νέον καθοδηγούντες λαόν ….ω Πέτρε και Παύλε –χαίρω γαρ τοις υμετέροις ονόμασιν, έχουσιν γαρ εις αρετήν και παράκλησιν» (Γεωργίου του Ακροπολίτου, Λόγος εις τους Αγίους και Πανευφήμους μεγάλους Αποστόλους Πέτρον και Παύλον, 27).

ΟΙ ΧΡΗΣΜΟΙ ΤΗΣ ΣΙΒΥΛΛΑΣ

ΟΙ ΧΡΗΣΜΟΙ ΤΗΣ ΣΙΒΥΛΛΑΣ



Στην αρχαιότητα με τη λέξη Σίβυλλα χαρακτηριζόταν η οποιαδήποτε γυναίκα με μαντική ικανότητα που προφήτευε αυθόρμητα (χωρίς να ερωτηθεί), όταν περιερχόταν σε έκσταση, μελλοντικά συμβάντα (συνήθως δυσάρεστα ή φοβερά). Αυτό συνέβαινε, όπως πίστευαν οι αρχαίοι Έλληνες και Ρωμαίοι, γιατί δεχόταν την επίσκεψη ενός θεϊκού πνεύματος. Οι Σίβυλλες δεν είχαν σχέση εργασίας με κάποιο μαντείο.



Ετυμολογία

Η ετυμολογία του ονόματος «Σίβυλλα» δεν είναι γνωστή με βεβαιότητα. Στην αρχαιότητα πίστευαν, όπως μας πληροφορεί ο Χριστιανός Λατίνος συγγραφέας Λακτάντιος (4ος αι. μ.Χ.), ότι η λέξη ήταν σύνθετη, από τον δωρικό τύπο του ουσιαστικού «θεός» (σιός) και τον αιολικό τύπο του ουσιαστικού «βουλή» = θέληση (βόλλα). Σίβυλλα, σύμφωνα με αυτή την εκδοχή, σήμαινε επομένως εκείνη που αποκαλύπτει τη θέληση του Θεού. Η ετυμολογία ωστόσο αυτή δεν φαίνεται πιθανή από τη νεότερη έρευνα. Το πιθανότερο είναι η λέξη να προέρχεται από τις σημιτικές γλώσσες.



Οι παραδόσεις για τις Σίβυλλες

Η κύρια διαφορά ανάμεσα στις Σίβυλλες και στις προφήτιδες των διάφορων μαντείων είναι ότι οι δεύτερες, όπως π.χ. η Πυθία στο Μαντείο των Δελφών, προφήτευαν μόνο απαντώντας σε καλώς καθορισμένα ερωτήματα, ενώ οι Σίβυλλες προφήτευαν χωρίς να δεχθούν προηγουμένως ερωτήσεις. Οι παραδόσεις για τις Σίβυλλες είναι αρχαιότατες. Φαίνεται ότι σχετικές παραδόσεις από τις χώρες της Μέσης Ανατολής πέρασαν στον ελληνικό χώρο μέσα από τη Μικρά Ασία σε εποχή που επικρατούσαν μυστικιστικές τάσεις και δεν είχε ακόμα γεννηθεί ο φιλοσοφικός στοχασμός στα παράλια της Ιωνίας. Η πίστη των αρχαίων λαών στην ευαίσθητη και διαισθητική φύση της γυναίκας συνετέλεσε ώστε πολλά αποφθέγματα σε τύπο χρησμού ή προφητείας να τα αποδίνουν σε μια Σίβυλλα και έτσι σιγά-σιγά εμπλουτίσθηκε η παράδοση. Πολλές φορές τους αποδίνονταν προφητείες επινοημένες μετά από μεγάλα γεγονότα, κι επειδή αυτό ήταν πολύ εντυπωσιακό, έκανε τον πολύ κόσμο να δίνει προσοχή στις προφητείες της Σίβυλλας. Την ευπιστία αυτή του λαού, όπως ήταν φυσικό, την εκμεταλλεύθηκαν κατά καιρούς και διάφορες πολιτικοθρησκευτικές προπαγάνδες. Δημιουργήθηκε έτσι μια πλούσια συλλογή από σιβυλλικούς χρησμούς, των οποίων η επίδραση στον λαό ήταν αισθητή μέχρι τον Μεσαίωνα.

Η κάθε Σίβυλλα πιστευόταν ότι είχε το προφητικό χάρισμα από τη γέννησή της. Τη θεωρούσαν μια ύπαρξη ανάμεσα στον θεό και στο άνθρωπο. Δεν ήταν βέβαια αθάνατη, αλλά η διάρκεια της ζωής της ξεπερνούσε κατά πολύ τον μέσο όρο ζωής του ανθρώπου. Και όπως ο χρησμοδότης θεός Απόλλων κρατούσε τη λύρα, έτσι και η Σίβυλλα κρατούσε ένα άλλο έγχορδο μουσικό όργανο, τη σαμβύκη (είδος τριγωνικής λύρας). Η επαφή της Σίβυλλας με το θείο προϋπέθετε την παρθενία της.



Γνωστές Σίβυλλες


Τα αρχαιότερα ελληνικά κείμενα κάνουν λόγο για μία και μοναδική Σίβυλλα. Γράφουν έτσι για τη Σίβυλλα, ως μία συγκεκριμένη μορφή, πρώτος ο Ηράκλειτος, ύστερα ο Ευριπίδης και ο Πλάτων. Ο πρώτος που κάνει λόγο για «Σίβυλλες» στον πληθυντικό είναι ο Αριστοτέλης. Ο Παυσανίας γράφει ότι η αρχαιότερη από όλες τις Σίβυλλες ήταν η Ηροφίλη, που έζησε πριν από τον Τρωικό Πόλεμο, κόρη του Δία και εγγονή του Ποσειδώνα. Νεότερή της ήταν μια άλλη Ηροφίλη, που κατοικούσε κοντά σε μια πηγή νερού στις Ερυθρές της Μικράς Ασίας (Ηράκλειτος, fr. 92). Οι μετά τον Αριστοτέλη πηγές αναφέρουν τρεις, 4 ή και 10 Σίβυλλες. Σύμφωνα με αρχαίους θρύλους, υπήρξαν συνολικά 12 Σίβυλλες σε όλη την αρχαιότητα. Από αυτές, οι πιο διάσημες ήταν:



Η Ιδαία Σίβυλλα ή Σίβυλλα της Μαρπησσού ή Ελλησποντία

Η Σαμία Σίβυλλα

Η Ερυθραία Σίβυλλα, η Ηροφίλη

Η Δελφική Σίβυλλα

Η Κυμαία Σίβυλλα, η Δημώ ή Δημοφίλη

Λιγότερο γνωστές Σίβυλλες ήταν:



Η Αιγυπτία Σίβυλλα

Η Θεσπρωτίς Σίβυλλα

Η Θετταλή Σίβυλλα, που ταυτίζεται με τη Μαντώ

Η Κιμμερία Σίβυλλα

Η Σίβυλλα της Κολοφώνας ή Λάμπουσα

Η Λιβυκή Σίβυλλα

Η Περσική Σίβυλλα

Η Ροδία Σίβυλλα

Η Σαρδιανή Σίβυλλα

Η Σικελή Σίβυλλα

Η Φρυγική Σίβυλλα

Η Χαλδαϊκή Σίβυλλα

Στην ύστερη αρχαιότητα προστέθηκαν άλλες δύο Σίβυλλες, η «Ιουδαία Σίβυλλα» και η «Βαβυλωνία Σίβυλλα». Η δεύτερη αναφέρεται και με το όνομα Σάββη, αλλά η Σάββη είχε επίσης εβραϊκή καταγωγή. Ακόμα και η Βασίλισσα του Σαβά έχει αναφερθεί ως Σίβυλλα. Από την Κυμαία Σίβυλλα (το όνομα αναφέρεται στην Κύμη της Καμπανίας στην Ιταλία) είχε αγοράσει ο βασιλιάς των Ρωμαίων Ταρκύνιος τα βιβλία των «σιβυλλικών χρησμών», τα οποία φυλάγονταν στη Ρώμη, και συγκεκριμένα στον ναό του Δία στο Καπιτώλιο. Αυτά τα βιβλία, εκ των οποίων μόνο κάποια αποσπάσματα έχουν διασωθεί, δεν πρέπει να συγχέονται με τους "Σιβυλλικούς Χρησμούς", 12 βιβλία με προφητείες που εικάζεται ότι έχουν συγγραφεί σε ιουδαιοχριστιανικό περιβάλλον.



Οι Σίβυλλες στην Τέχνη

Η δυτική χριστιανική τέχνη εμπνεύσθηκε πολλές φορές από τις Σίβυλλες, στις οποίες αποδινόταν συμβολικός χαρακτήρας. Ο Μιχαήλ Άγγελος στις γνωστές τοιχογραφίες του της Καπέλα Σιξτίνα, στο Βατικανό, έχει ζωγραφίσει 5 Σίβυλλες, την καθεμιά με διαφορετική μορφή και σε διαφορετική στάση, που θεωρούνται από τα πιο χαρακτηριστικά έργα του. 4 Σίβυλλες ζωγράφισε και ο Ραφαήλ στις τοιχογραφίες στον ναό της Παναγίας της Ειρήνης στη Ρώμη.


Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ ΤΗΣ ΣΙΒΥΛΛΑΣ ΤΗΣ ΕΡΥΘΡΑΙΑΣ

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΔΕΥΤΕΡΑΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

Οι χρησμοί των Σιβυλλών, όπως έχει αναφερθεί σε προηγούμενο κεφάλαιο, εφυλάσσοντο από δέκα ένοπλους άνδρες στον ναό του Διός στο Καπιτώλιο της Ρώμης. Μεταξύ αυτών των χρησμών, όπως μας πληροφορεί ο Μάρκος Αντίμαχος, μόνον οι χρησμοί της Σίβυλλας της Ερυθραίας ήταν υπογεγραμμένοι με το όνομά της. Όλοι οι άλλοι χρησμοί ήταν ανυπόγραφοι και ημιτελείς.

Μεταξύ των υπογεγραμμένων χρησμών της Ερυθραίας υπήρχε και ένας χρησμός που προανήγγειλε την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού.

Ο πρώτος άνθρωπος που διέσωσε και διακήρυξε δημόσια αυτόν τον χρησμό, μετά Χριστόν, ήταν ο Μέγας Κωνσταντίνος!

Το Πάσχα του 325 μ.Χ., ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος απηύθυνε έναν λόγο προς τους «Αγίους Συλλόγους» του Χριστιανισμού. Ο τίτλος αυτού του λόγου, όπως καταγράφηκε από τον Ευσέβιο που ήταν παρών στην σύνοδο, ήταν «Βασιλέως Κωνσταντίνου λόγος ον έγραψε τω των αγίων συλλόγω» (Οration to the Saints).

Ο Robin Lane Fox, καθηγητής Κλασσικής και Αρχαίας Ιστορίας στο New College του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, στο έργο του Pagans and Christians (σελ. 643), προτείνει ότι ο Κωνσταντίνος απηύθυνε τον λόγο του προς τους Αγίους Συλλόγους το Πάσχα του 325 μ.Χ., ημέρα Μεγάλη Παρασκευή.

Σύμφωνα με τον επίσης καθηγητή Ιστορίας, H.W. Parke, αλλά και άλλους σύγχρονους κριτικούς, ο συγκεκριμένος λόγος του Κωνσταντίνου, όπως ακριβώς καταγράφηκε από τον Ευσέβιο, είναι αυθεντικός.

Γράφει ο καθηγητής H.W. Parke: «This document has often been suspected as a later forgery, but recent opinion seems to agree on its authenticity», δηλαδή, «Αυτό το έγγραφο έχει συχνά υποπτευθεί ότι είναι μία μεταγενέστερη πλαστογραφία, όμως η νεότερη κριτική φαίνεται ότι συμφωνεί για την αυθεντικότητά του» (Sibyls and the Sibylline Prophecy in classical Antiquity, σελ. 164).

Το αρχαιότερο χειρόγραφο που περιέχει τον λόγο του Κωνσταντίνου χρονολογείται στον 10ο μ.Χ. αιώνα και φυλάσσεται στη Βιβλιοθήκη του Βατικανού (κώδιξ Vat gr. 149).

Στον λόγο αυτό ο Μέγας Κωνσταντίνος εκφράζει την βαθιά του πίστη στο πρόσωπο του Χριστού και επικαλείται διάφορες μαρτυρίες για να διακηρύξει την Θεότητά Του. Μεταξύ αυτών των μαρτυριών περιλαμβάνει και την προφητεία της Σίβυλλας της Ερυθραίας περί της Δευτέρας Παρουσίας του Χριστού. Γράφει ο Κωνσταντίνος στον λόγο του:





Η ΤΟΙΝΥΝ ΕΡΥΘΡΑΙΑ ΣΙΒΥΛΛΑ, ΦΑΣΚΟΥΣΑ ΕΑΥΤΗΝ ΕΚΤΗ ΓΕΝΕΑ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΚΑΤΑΚΛΥΣΜΟΝ ΓΕΝΕΣΘΑΙ, ΙΕΡΕΙΑ ΗΝ ΤΟΥ ΑΠΟΛΛΩΝΟΣ, ΔΙΑΔΗΜΑ ΕΠΙ ΙΣΗΣ ΤΩ ΘΡΗΣΚΕΥΟΜΕΝΩ ΥΠΟ ΑΥΤΗΣ ΘΕΩ ΦΟΡΟΥΣΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΤΡΙΠΟΔΑ ΠΕΡΙ ΟΝ Ο ΟΦΙΣ ΕΙΛΕΙΤΟ ΠΕΡΙΕΠΟΥΣΑ, ΑΠΟΦΟΙΒΑΖΟΥΣΑ ΤΕ ΤΟΙΣ ΧΡΩΜΕΝΟΙΣ ΑΥΤΗ… ΑΥΤΗ ΤΟΙΝΥΝ ΕΙΣΩ ΤΩΝ ΑΔΥΤΩΝ ΠΟΤΕ ΤΗΣ ΑΚΑΙΡΟΥ ΔΕΙΣΙΔΑΙΜΟΝΙΑΣ ΠΡΟΑΧΘΕΙΣΑ ΚΑΙ ΘΕΙΑΣ ΕΠΙΠΝΟΙΑΣ ΟΝΤΩΣ ΓΕΝΟΜΕΝΗ ΜΕΣΤΗ, ΔΙΑ ΕΠΩΝ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΤΑ ΜΕΛΛΟΝΤΑ ΠΡΟΕΘΕΣΠΙΣΕΝ, ΣΑΦΩΣ ΤΑΙΣ ΠΡΟΤΑΞΕΣΙ ΤΩΝ ΠΡΩΤΩΝ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ, ΗΤΙΣ ΑΚΡΟΣΤΙΧΙΣ ΛΕΓΕΤΑΙ, ΔΗΛΟΥΣΑ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑΝ ΤΗΣ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΚΑΤΕΛΕΥΣΕΩΣ:

ΙΔΡΩΣΕΙ ΓΑΡ ΧΘΩΝ ΚΡΙΣΕΩΣ ΣΗΜΕΙΟΝ ΟΤ’ ΕΣΤΑΙ.

ΗΞΕΙ Δ’ ΟΥΡΑΝΟΘΕΝ ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΑΙΩΣΙΝ Ο ΜΕΛΛΩΝ,

ΣΑΡΚΑΠΑΡΩΝ ΠΑΣΑΝ ΚΡΙΝΑΙ ΚΑΙ ΚΟΣΜΟΝ ΑΠΑΝΤΑ.

ΟΨΟΝΤΑΙ ΔΕ ΘΕΟΝ ΜΕΡΟΠΕΣ ΠΙΣΤΟΙ ΚΑΙ ΑΠΙΣΤΟΙ,

ΥΨΙΣΤΟΝ ΜΕΤΑ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΕΠΙ ΤΕΡΜΑ ΧΡΟΝΟΙΟ

ΣΑΡΚΟΦΟΡΩΝ ΨΥΧΑΣ Δ’ ΑΝΔΡΩΝ ΕΠΙ ΒΗΜΑΤΙ ΚΡΙΝΕΙ.

ΧΕΡΣΟΣ ΟΤΑΝ ΠΟΤΕ ΚΟΣΜΟΣ ΟΛΟΣ ΚΑΙ ΑΚΑΝΘΑ ΓΕΝΗΤΑΙ.

ΡΙΨΩΣΙΝ Τ’ ΕΙΔΩΛΑ ΒΡΟΤΟΙ ΚΑΙ ΠΛΟΥΤΟΝ ΑΠΑΝΤΑ.

ΕΚΚΑΥΣΗ ΔΕ ΤΟ ΠΥΡ ΟΥΡΑΝΟΝ ΗΔΕ ΘΑΛΑΣΣΑΝ.

ΙΧΝΕΥΟΥΝ ΡΗΞΗ ΤΕ ΠΥΛΑΣ ΕΙΡΚΤΗΣ ΑΙΔΑΟ.

ΣΑΡΞ ΤΟΤΕ ΠΑΣΑ ΝΕΚΡΩΝ ΕΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΝ ΦΑΟΣ ΗΞΕΙ.

ΤΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ ΑΝΟΜΟΥΣ ΤΕ ΤΟ ΠΥΡ ΑΙΩΣΙΝ ΕΛΕΓΞΕΙ.

ΟΠΠΟΣΑ ΤΙΣ ΠΡΑΞΑΣ ΕΛΑΘΕΝ, ΤΟΤΕ ΠΑΝΤΑ ΛΑΛΗΣΕΙ.

ΣΤΗΘΕΑ ΓΑΡ ΖΟΦΟΕΝΤΑ ΘΕΟΣ ΦΩΣΤΗΡΣΙΝ ΑΝΟΙΞΕΙ.

ΘΡΗΝΟΣ Τ’ ΕΚ ΠΑΝΤΩΝ ΕΣΤΑΙ ΚΑΙ ΒΡΥΓΜΟΣ ΟΔΟΝΤΩΝ.

ΕΚΛΕΙΨΕΙ ΣΕΛΑΣ ΗΕΛΙΟΥ ΑΣΤΡΩΝ ΤΕ ΧΟΡΕΙΑΙ,

ΟΥΡΑΝΟΝ ΕΙΛΙΞΕΙ, ΜΗΝΗΣ ΔΕ ΤΕ ΦΕΓΓΟΣ ΟΛΕΙΤΑΙ.

ΥΨΩΣΕΙ ΔΕ ΦΑΡΑΓΓΑΣ, ΟΛΕΙ Δ’ ΥΨΩΜΑΤΑ ΒΟΥΝΩΝ.

ΥΨΟΣ Δ’ ΟΥΚ ΕΤΙ ΛΥΓΡΟΝ ΕΝ ΑΝΘΡΩΠΟΙΣΙ ΦΑΝΕΙΤΑΙ,

ΙΣΑ Τ’ ΟΡΗ ΠΕΔΙΟΙΣ ΕΣΤΑΙ, ΚΑΙ ΠΑΣΑ ΘΑΛΑΣΣΑ

ΟΥΚ ΕΙΣ ΠΛΟΥΝ ΕΙΞΕΙ. ΓΗ ΓΑΡ ΦΡΥΧΘΕΙΣΑ ΚΕΡΑΥΝΩ.

ΣΥΝ ΠΗΓΑΙΣ ΠΟΤΑΜΟΙ ΤΕ ΚΑΧΛΑΖΟΝΤΕΣ ΛΕΙΨΟΥΣΙΝ.

ΣΑΛΠΙΓΞ Δ’ ΟΥΡΑΝΟΘΕΝ ΦΩΝΗΝ ΠΟΛΥΘΡΗΝΟΝ ΑΦΗΣΕΙ,

ΩΡΥΟΥΣΑ ΜΥΣΟΣ ΜΕΛΕΟΝ ΚΑΙ ΠΗΜΑΤΑ ΚΟΣΜΟΥ.

ΤΑΡΤΑΡΟΕΝ ΔΕ ΧΑΟΣ ΔΕΙΞΕΙ ΤΟΤΕ ΓΑΙΑ ΧΑΝΟΥΣΑ.

ΗΞΟΥΣΙΝ Δ’ ΕΠΙ ΒΗΜΑ ΘΕΟΥ ΒΑΣΙΛΗΕΣ ΑΠΑΝΤΕΣ.

ΡΕΥΣΕΙ Δ’ ΟΥΡΑΝΟΘΕΝ ΠΟΤΑΜΟΣ ΠΥΡΟΣ ΗΔΕ ΘΕΕΙΟΥ.

ΣΗΜΑ ΔΕ ΤΟΙ ΤΟΤΕ ΠΑΣΙ ΒΡΟΤΟΙΣ ΑΡΙΔΕΙΚΕΤΟΝ ΟΙΟΝ

ΤΟ ΞΥΛΟ ΕΝ ΠΙΣΤΟΙΣ, ΤΟ ΚΕΡΑΣ ΤΟ ΠΟΘΟΥΜΕΝΟΝ ΕΣΤΑΙ.

ΑΝΔΡΩΝ ΕΥΣΕΒΕΩΝ ΖΩΗ, ΠΡΟΣΚΟΜΜΑ ΤΕ ΚΟΣΜΟΥ,

ΥΔΑΣΙ ΦΩΤΙΖΟΝ ΚΛΗΤΟΥΣ ΕΝ ΔΩΔΕΚΑ ΠΗΓΑΙΣ.

ΡΑΒΔΟΣ ΠΟΙΜΑΙΝΟΥΣΑ ΣΙΔΗΡΕΙΗ ΓΕ ΚΡΑΤΗΣΕΙ.

ΟΥΤΟΣ Ο ΝΥΝ ΠΡΟΓΡΑΦΕΙΣ ΕΝ ΑΚΡΟΣΤΙΧΙΟΙΣ ΘΕΟΣ ΗΜΩΝ

ΣΩΤΗΡ ΑΘΑΝΑΤΟΣ ΒΑΣΙΛΕΥΣ Ο ΠΑΘΩΝ ΕΝΕΧ’ ΗΜΩΝ.

Η Σίβυλλα λοιπόν η Ερυθραία, η οποία παραδέχεται ότι γεννήθηκε την έκτη γενεά μετά τον κατακλυσμό, ήταν ιέρεια του Απόλλωνος και φορώντας στέμμα παρόμοιας αξίας με τον θεό ο οποίος λατρεύεται από αυτήν, και τον τρίποδα φροντίζοντας γύρω από τον οποίο ήταν περιτυλιγμένος όφις και με την βοήθεια του θεού Απόλλωνος προεφήτευε εις αυτούς που την είχαν ανάγκη... Αυτή λοιπόν κάποτε αφού προχώρησε εις τα άδυτα της γενομένης σε ακατάλληλο καιρό θεοευσέβειας και αφού επληρώθη πράγματι από θεία έμπνευση, διά των επών της προεφήτευε τα μέλλοντα σχετικά με τον Θεό με σαφήνεια, σύμφωνα προς τις τοποθετήσεις των πρώτων γραμμάτων τα οποία αποτελούν την ακροστιχίδα, αποκαλύπτοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την ιστορία της καθόδου του Ιησού επί της γης:

«Θα ιδρώσει η γη, όταν έλθει η ώρα της Κρίσεως.

Θα έλθει από τον ουρανό, ο μέλλων βασιλεύς εις τους αιώνες

δια να κρίνει καθένα που φέρει σάρκα και όλον ανεξαιρέτως τον κόσμο.

Θα ιδούν τον Θεό άνθρωποι, πιστοί και άπιστοι,

Ύψιστο, μετά των αγίων, εις το τέλος του χρόνου

με σάρκα, κρίνοντας επί βήματος τις ψυχές των ανθρώπων.

Όταν κάποτε ο κόσμος όλος γίνει άγονος και γεμάτος αγκάθια.

Θα απορρίψουν οι άνθρωποι τα είδωλα και όλον γενικά τον πλούτο.

Θα κατακαύσει το πυρ την γη, τον ουρανό ακόμη και την θάλασσα.

Ανιχνεύοντας θα πυρπολήσει τις πύλες της φυλακής του Άδη.

Τα σώματα τότε όλων των ανθρώπων θα έλθουν εις το φως της ελευθερίας των αγίων·

τους παράνομους τότε το πυρ θα ελέγχει εις τους αιώνες.

Όσα κάποιος έπραξε κρυφά, τότε όλα θα τα μαρτυρήσει.

Διότι τα σκοτεινά στήθη, ο Θεός με διαφωτισμούς θα ανοίξει.

Θρήνος θα φθάσει από όλους και τριγμός οδόντων.

Θα εκλείψει το φως της ημέρας, η λάμψη του ηλίου και των αστέρων.

Τον ουρανό θα περιστρέψει με ταχύτητα και θα χαθεί το φεγγοβόλημα της σελήνης.

Θα υψώσει τα φαράγγια και θα καταστρέψει τα υψώματα των βουνών.

Το ύψος δεν θα φαίνεται πλέον λυπηρό εις τους ανθρώπους.

Τα βουνά με τις πεδιάδες θα ισοπεδωθούν και σε όλη την θάλασσα δεν θα υπάρχει δυνατότητα πλεύσης, διότι η γη θα κατακεραυνωθεί.

Ποταμοί που κοχλάζουν, μαζί με τις πηγές θα εκλείψουν.

Σάλπιγγα δε από τον ουρανό, φωνή με μεγάλο θρήνο θα αφήσει,

κραυγάζοντας το μίασμα των ελεεινών και τις συμφορές του κόσμου.

Τότε η ανοιγόμενη γη θα φανερώσει το χάος του Ταρτάρου,

και οι πάντες θα έλθουν ενώπιον του βήματος του Βασιλέα Θεού.

Θα ρεύσει από τον ουρανό πύρινος ποταμός και μάλιστα από θείο.

Σημάδι τότε θα υπάρχει για όλους τους ανθρώπους, τέτοιο που θα είναι εντόνως φανερό.

Το ξύλο για τους πιστούς, η σάλπιγγα η ποθητή θα είναι.

Η ζωή των ευσεβών ανδρών, εμπόδιο θα είναι για τον κόσμο,

φωτίζοντας τους ονομαστούς διά των υδάτων σε δώδεκα πηγές.

Θα εξουσιάσει η ποιμαντική σιδηρά ράβδος.

Αυτός ο οποίος τώρα προαναφέρθηκε σε ακροστιχίδα,

είναι ο δικός μας Θεός,

Σωτήρ αθάνατος βασιλεύς, αυτός ο οποίος υπέφερε προς χάριν μας.


Το Θείον Πάθος και η Ανάστασις του Χριστού



Το Θείον Πάθος και η Ανάστασις του Χριστού

Οι πηγές για την ιστορία του Πάθους και της Αναστάσεως του Χριστού είναι κατ' αρχήν τα Ευαγγέλια της Καινής Διαθήκης. Εκτός από τα Ευαγγέλια η πίστη της πρώτης Εκκλησίας συμπυκνώνεται σε σύντομες ομολογίες πίστεως πού παραθέτουν ό απόστολος Παύλος και οι άλλοι συγγραφείς Επιστολών της Καινής Διαθήκης. Κατόπιν, η συνεχής και επαναλαμβανόμενη λειτουργική βίωση των σωτηριωδών αυτών γεγονότων, όπως αποτυπώθηκε στους ύμνους της Εκκλησίας και στην πλούσια λειτουργική της ζωή, υπογράμμισε ανά τους αιώνες τη σημαντική θέση πού κατέχουν τα γεγονότα αυτά για τη σωτηρία των ανθρώπων. Επίσης, η πατερική ερμηνεία των σχετικών ευαγγελικών διηγήσεων, καθώς και των λοιπών καινοδιαθηκικών αναφορών, συνετέλεσε στην έξαρση της υπαρξιακής σπουδαιότητας του Σταυρού και της Αναστάσεως για τον κάθε άνθρωπο ξεχωριστά.


Τα γεγονότα αυτά ενέπνευσαν τους βυζαντινούς αγιογράφους, οι οποίοι με θεολογικό βάθος και μεγάλη καλλιτεχνική δύναμη τα αισθητοποίησαν σε πολλούς εικονογραφικούς κύκλους και σε ποικίλα επιμέρους θέματα, ώστε όχι απλώς να κοσμούν τις εκκλησίες, αλλά και να δημιουργούν το κατάλληλο πνευματικό κλίμα για την πνευματική ανάταση των πιστών. Ενέπνευσαν, επίσης, στη διάρκεια των αιώνων, τους καλλιτέχνες σε Ανατολή και Δύση, ώστε από το δράμα του 4ου αιώνα Χριστός Πάσχων, που αποδίδεται στον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, μέχρι τις νεότερες ζωγραφικές και μουσικές δημιουργίες, να εμπλουτίσουν τον πολιτισμό με αριστουργήματα που ομορφαίνουν τη ζωή και εκφράζουν το βαθύτερο νόημά της.


Αρχίζοντας με τις ευαγγελικές διηγήσεις περί του θείου Πάθους πρέπει να παρατηρήσουμε ότι, ενώ οι πληροφορίες των τεσσάρων Ευαγγελίων για τον βίο, τα έργα και τη διδασκαλία του Ιησού είναι αποσπασματικές και δείχνουν ότι από τις πολλές πληροφορίες της πρωτοχριστιανικής παραδόσεως επιλέγονται ορισμένες μόνον, όσες χρειάζονται για την πίστη και τη σωτηρία (βλ. Ίω. κ', 30-31: Πολλά μεν ουν και άλλα σημεία εποίησεν ο Ιησούς ενώπιον των μαθητών αυτού, α ουκ εστί γεγραμμένα εν τω βιβλίω τούτω' ταύτα δε γεγραπται ίνα πιστεύσητε ότι Ιησούς εστίν ο Χριστός ο υιός του Θεού, και ίνα πιστεύοντες ζωήν έχητε εν τω ονόματι αυτού), οι διηγήσεις για το Πάθος είναι λεπτομερέστερες, συμπαγέστερες, και αποτελούν το σημείο όπου συγκλίνουν και συναντώνται οι διηγήσεις και των τεσσάρων ευαγγελιστών. Και αυτό είναι φυσικό, αφού ο Σταυρός του Χριστού μαζί με την Ανάστασή του συνιστούν το κέντρο της πίστεως της πρώτης Εκκλησίας, γύρω από το οποίο στρέφονται οι πρώτες συλλογές διηγήσεων για τον Χριστό, η λειτουργική ζωή, οι πρώτοι ύμνοι, η διδαχή των μελών της Εκκλησίας και το ιεραποστολικό κήρυγμα προς τους εκτός της Εκκλησίας.


Οι ευαγγελιστές διασώζουν, ξεχωριστά ο καθένας, αφ' ενός μεν ορισμένες λεπτομέρειες, μη αναφερόμενες από τους άλλους, και αφ' ετέρου παρουσιάζουν κάποιες ιδιαίτερες θεολογικές τάσεις. Ο ευαγγελιστής Μάρκος είναι ο πρώτος συγγραφέας συνεχούς διηγήσεως του θείου Πάθους και γενικά ο πρώτος χρονικά ευαγγελιστής, κατά την κυρίαρχη στη σύγχρονη επιστημονική έρευνα άποψη. Η διήγησή του χαρακτηρίζεται από συντομία, ζωηρότητα και παραστατικότητα. Μολονότι δε η διήγησή του υπάρχει σχεδόν εξ ολοκλήρου στους άλλους δύο συνοπτικούς ευαγγελιστές (πιστότερα στον Ματθαίο, με κάπως διαφορετική διαδοχή των επιμέρους γεγονότων στον Λουκά), σώζονται, μόνο σε αυτή, ορισμένες λεπτομέρειες, όπως π.χ. η παρουσία του νεανίσκου πού, τυλιγμένος με σινδόνη, παρακολουθεί τη σύλληψη του Ιησού (Μάρκ. ιδ', 51). Η βασική θεολογική γραμμή του ευαγγελιστή, ήδη πριν από τη διήγηση τον Πάθους, είναι το Πάθος του Υιού του ανθρώπου, για το οποίο ήδη από τα πρώτα κεφάλαια του Ευαγγελίου προετοιμάζονται οι μαθητές και ο αναγνώστης. Κάποιος νεότερος ερμηνευτής χαρακτήρισε το κατά Μάρκον Ευαγγέλιο ως «ιστορία του πάθους του Χριστού με μακρά εισαγωγή».


Η διήγηση του Ματθαίου έχει εντονότερο το χρονολογικό στοιχείο, διαποτίζεται δηλαδή από την πίστη ότι ο οδεύων προς τα Πάθη και τελικά σταυρωθείς Ιησούς είναι ο αναστάς Κύριος της Δόξης, καθώς και από τη σύνδεση των εκτιθεμένων γεγονότων προς τις αντίστοιχες προρρήσεις της Παλαιάς Διαθήκης. Αυτά δείχνουν ότι η Εκκλησία του Ματθαίου βρίσκεται σε συνεχή διάλογο με τον ιουδαϊκό κόσμο, προς τον οποίο διακηρύσσει ότι οι Γραφές πραγματοποιήθηκαν στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού• γεγονότα πού αναφέρει μόνο ο Ματθαίος είναι ο θάνατος του Ιούδα, το όνειρο της γυναίκας του Πιλάτου, η νίψη των χεριών του Πιλάτου, η έγερση κεκοιμημένων την ώρα του θανάτου του Χριστού, η φρούρηση του τάφου του.


Η διήγηση του Λουκά κυριαρχείται από την πίστη ότι ο εσταυρωμένος Ιησούς είναι γενικά ο αδίκως πάσχων δίκαιος, ο μάρτυς, αλλά και ειδικότερα ο πάσχων δούλος του Θεού, για τον οποίο έγραψε ο προφήτης Ησαΐας. Χαρακτηρίζεται επίσης από την τάση ακριβέστερης ιστορικής τοποθετήσεως των γεγονότων. Η θανάτωση του Ιησού παρουσιάζεται ως η κατ' εξοχήν ώρα της σατανικής εξουσίας του σκότους και, παράλληλα, ως η αποκορύφωση της θείας αγάπης και συγχωρητικότητας. Ό Ιησούς επάνω στον Σταυρό δεν είναι ο ηττημένος από τον σατανά αλλά ο νικητής του. Ό Λουκάς, μόνος από όλους τους ευαγγελιστές, παρουσιάζει τον Ιούδα ως κινούμενον από τον σατανά, αφηγείται την ευλογία δύο ποτηριών κατά τον Μυστικό Δείπνο, διασώζει τη συζήτηση του Ιησού με τους μαθητές κατά τον Μυστικό Δείπνο περί διακονίας, αναφέρει το θαύμα της συγκόλλησης του αφτιού του δούλου του αρχιερέως, που απέκοψε ένας μαθητής (ο Πέτρος κατά τον Ιωάννη), την παρουσία αγγέλου ενισχύοντος τον Ιησού στη Γεθσημανή, την πολιτική κατηγορία των Ιουδαίων περί του Ιησού στον Πιλάτο, την αναπομπή του κατηγορουμένου Ιησού από τον Πιλάτο στον Ηρώδη Αντύπα, τον θρήνο των γυναικών, τη συγχώρεση των σταυρωτών από τον Ιησού, τη μετάνοια του ενός ληστή.


Ο Ιωάννης, στα τέλη του 1ου αιώνα, αναφέρει τι εσήμαινε για την Εκκλησία το πρόσωπο του Ιησού Χριστού, υπογραμμίζοντας παράλληλα τις επανειλημμένες προσπάθειες του ρωμαίου επάρχου της Ιουδαίας Πιλάτου για αθώωση του αναίτια από τους Ιουδαίους κατηγορηθέντος Ιησού. Η Εκκλησία -θέλει να πει προς τις ρωμαϊκές πολιτικές αρχές ο ευαγγελιστής- δεν είναι ένα «ζηλωτικό» επαναστατικό κίνημα κατά των ρωμαϊκών αρχών. Γι' αυτό τον λόγο ο ευαγγελιστής διασώζει κάπως εκτενέστερη συζήτηση του Πιλάτου με τον Ιησού και παρουσιάζει την απόφαση του Πιλάτου ως οφειλόμενη σε φορτική πίεση εκ μέρους των Ιουδαίων. Επίσης διασώζει, μεταξύ άλλων που δεν παραδίδουν οι συνοπτικοί ευαγγελιστές, τη στιχομυθία του Ιησού με τους στρατιώτες πού τον συλλαμβάνουν, κάνει λόγο για σπείρα και χιλίαρχο, για προανάκριση του Ιησού από τον Άννα, για την παρουσία της μητέρας του Ιησού και του Ιωάννη κατά τη Σταύρωση, τον λογχισμό της πλευράς του Ιησού από ρωμαίο στρατιώτη, και εισάγει τον Νικόδημο μαζί με τον Ιωσήφ στη σκηνή της ταφής του Ιησού.


Παρά τα ιδιάζοντα στοιχεία που έχει η διήγηση του κάθε ευαγγελιστή, τα κείμενα και των τεσσάρων παρουσιάζουν τα ακόλουθα χαρακτηριστικά γνωρίσματα:

1. Οι εν λόγω διηγήσεις των ευαγγελιστών ονομάζονται διεθνώς «ιστορία του Πάθους», δεν αποτελούν όμως κατά κυριολεξίαν ιστορία του Πάθους αλλά ερμηνεία του και θεολογική αποτίμησή του για την Εκκλησία. Για τους ευαγγελιστές προέχει όχι τόσο η ξηρή ιστοριογραφική ακριβολογία αλλά η θεολογική ερμηνεία, χωρίς αυτό να σημαίνει με κανένα τρόπο αδιαφορία για την ιστορικότητα των γεγονότων. Έτσι εξηγείται ότι ορισμένες φορές η διαδοχή των επιμέρους γεγονότων είναι διαφορετική από τον ένα ευαγγελιστή στον άλλο, διαφορετική η διατύπωση των ίδιων λόγων του Ιησού ή των λόγων άλλων προσώπων προς τον Ιησού. Είναι αξιοπρόσεκτη στο σημείο αυτό η ακόλουθη παρατήρηση του Ευθυμίου Ζιγαβηνού: Χρή δε καθόλου γιγνώσκειν, ότι οι ευαγγελισταί ποτέ μεν κατά τάξιν άπαγγέλλουσι τάς διδασκαλίας και τα θαύματα του Χριστοῦ, νόμῳ ιστορίας∙ ποτέ δε, ου τηροῦσι τάξιν, σπεύδοντες μόνον εις το απαγγέλλειν αυτά.

Οι ευαγγελιστές δεν συγγράφουν κατά κόσμον ιστορικά έργα ούτε εκθέτουν τους ιστορικούς παράγοντες που οδήγησαν στη σύλληψη και τη θανάτωση του Ιησού, αλλά παρουσιάζουν το μυστήριο του Σταυρού, όπως, σύμφωνα με τη θεία βουλή, εκτυλίσσεται μέσα στην ιστορική σκηνή και συντελείται για τη σωτηρία των ανθρώπων. Γι' αυτό και οι διηγήσεις τους είναι λιτές και σύντομες, χωρίς συναισθηματικές εξάρσεις ή δραματικές περιγραφές της ψυχικής καταστάσεως των δρώντων προσώπων, που αποβλέπουν στην πρόκληση συγκινήσεων στον αναγνώστη. Στόχος των διηγήσεων είναι η έξαρση του σωτηριολογικού χαρακτήρα των γεγονότων και η ανάδειξη της σημασίας τους για την Εκκλησία.

2. Οι ευαγγελιστές συνδέουν στενά τα σχετικά με το Πάθος του Χριστού γεγονότα προς τις σχετικές προρρήσεις της Παλαιάς Διαθήκης είτε προσάγοντας αυτούσια τα εκπληρούμενα στα γεγονότα αυτά γραφικά χωρία είτε αφηγούμενοι τα γεγονότα με ορολογία των βιβλίων της Παλαιάς Διαθήκης. Θέλουν έτσι να τονίσουν ότι τα ιστορικά γεγονότα σχετίζονται άμεσα με την οικονομία του Θεού για τη σωτηρία της ανθρωπότητας, όπως η οικονομία αυτή διατυπώθηκε προπαρασκευαστικά στην Παλαιά Διαθήκη. Το Πάθος λοιπόν του Ιησού δεν προσδιορίζεται από ενδοκοσμικούς παράγοντες αλλά από τη βουλή του Θεού Πατέρα για τη λύτρωση των ανθρώπων.
3. Στις διηγήσεις του Πάθους παρατηρείται κάποιος απολογητικός τόνος, πού έχει δύο κατευθύνσεις. Αφ' ενός υπογραμμίζεται η εκούσια παράδοση του Ιησού στο Πάθος και η εκ των προτέρων επίγνωσή του γι' αυτό και αφ' ετέρου εξαίρεται η προσπάθεια του ρωμαίου επιτρόπου της Ιουδαίας για την αθώωσή του, ώστε να επιρριφθεί η ευθύνη για τη θανάτωσή του στους Ιουδαίους. Το τελευταίο αυτό θα μπορούσε να θεωρηθεί απολογητική απευθυνόμενη προς τους εκτός της Εκκλησίας και μάλιστα προς τις ρωμαϊκές αρχές, ενώ το πρώτο απολογητική προς τα μέλη της Εκκλησίας.
4. Οι διηγήσεις του Πάθους απηχούν, σε ορισμένα τουλάχιστον σημεία, τη λειτουργική παράδοση της Εκκλησίας, μέσα στην οποία καταγράφηκαν. Η ανά τρίωρο π.χ. τοποθέτηση των επεισοδίων της Σταυρώσεως στη διήγηση του κατά Μάρκον (ιε', 1• 25• 33• 42) απηχεί πιθανώς τη λειτουργική πράξη της Εκκλησίας της Ρώμης, αν και όχι κατ' ανάγκην ανεπτυγμένη με τη γνωστή μεταγενέστερη μορφή της.
Ήδη πριν από τη συγγραφή των Ευαγγελίων (του κατά Μάρκον λίγο πριν από το έτος 70, των ευαγγελιστών Ματθαίου και Λουκά στη δεκαετία μετά το 70 και του Ιωάννη στην τελευταία δεκαετία του 1ου αιώνα), ό απόστολος Παύλος, τόσο με το ιεραποστολικό του έργο, που διασώζεται στις Πράξεις των Αποστόλων, όσο και με τις επιστολές του, κηρύττει «Χριστόν εσταυρωμένον», που για μεν τους Ιουδαίους είναι «σκάνδαλον» και για τους εθνικούς «μωρία», για τους πιστούς όμως αποτελεί Θεού δύναμιν και Θεού σοφίαν (Α' Κορ. ιε', 14 κ. ε.). Προβάλλει παράλληλα την ανάσταση του Χριστού ως τη βάση της χριστιανικής πίστεως και της υπάρξεως της Εκκλησίας. Χωρίς την ανάσταση η πίστη των χριστιανών είναι «κενή» και «ματαία» (Α' Κορ. ιε', 14 κ. ε.).

Παράλληλα, ο απόστολος Παύλος διασώζει ομολογίες πίστεως, όπου σε σύντομες φράσεις συμπυκνώνεται η πίστη της Εκκλησίας, ή ύμνους πού δοξολογούν τον Θεό για τη σωτηρία πού προσφέρθηκε στην ανθρωπότητα με το έργο του Χριστού. Η σπουδαιότερη ομολογία από πλευράς αρχαιότητας και συμπυκνώσεως της πρωτοχριστιανικής πίστεως στον λυτρωτικό θάνατο και την ανάσταση του Χριστού παρατίθεται από τον Παύλο στην Α'Κορ. ιε', 3-5: Παρέδωκα γαρ υμιν εν πρώτοις ο και παρέλαβον, ότι Χριστός απέθανεν υπέρ των αμαρτιών ημών κατά τας γραφάς, και ότι ετάφη, και ότι εγήγερται τη τρίτη ημέρα κατά τας γραφάς, και ότι ώφθη Κηφά, είτα τοις δώδεκα. Ως παραδείγματα ύμνων αναφέρουμε τους παρατιθέμενους στην προς Φιλιππησίους Επιστολή (β', 6-11), προς Κολοσσαείς (α', 15-20), προς Εφεσίους (α', 3-14), προς Τιμόθεον (α', 3,16• βλ. και Α' Πέτρ. γ', 18).


Ο Σταυρός του Χριστού και η λύτρωση πού απέρρεε από αυτόν δεν συνέχουν μόνο την καρδιά των χριστιανών, η οποία εκφράζεται με ύμνους και προσευχές, και διατρανώνει έτσι την αγάπη του Θεού προς τον κόσμο, αλλά αποτελούν και βασικό στοιχείο του ιεραποστολικού κηρύγματός τους προς τους εκτός της Εκκλησίας Ιουδαίους και εθνικούς, πού προσκαλούνται να μετάσχουν των λυτρωτικών αγαθών. Το πρωτοχριστιανικό αυτό κήρυγμα απηχούν οι λόγοι των μαρτύρων του Λόγου στις Πράξεις των Αποστόλων (β', 14-39• γ', 12-26• ε', 29-32• ι', 34-43• ιγ', 16-41• ιζ', 22-31). Στους λόγους των πρώτων χριστιανών ιεροκηρύκων τονίζονται τα έξης κύρια σημεία: α) Στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού, που κατάγεται από το γένος του Δαβίδ, πραγματοποιούνται οι προφητείες της Παλαιάς Διαθήκης. β) Ο Χριστός σταυρώθηκε υπέρ των αμαρτιών ημών. γ) Ετάφη. δ) Ηγέρθη κατά την τρίτη ήμερα. ε) Υψώθηκε στα δεξιά του Θεού Πατέρα. ς) Θα επανέλθει ως κριτής. ζ) Προτρέπουν για μετάνοια.

Όλα τα Ευαγγέλια της Καινής Διαθήκης τελειώνουν με την ανάσταση του Χριστού. Για την ακρίβεια αναφέρουν μαρτυρίες γι' αυτή (επίσκεψη των Μυροφόρων και ορισμένων μαθητών στον κενό τάφο και εμφανίσεις του Αναστάντος), χωρίς να περιγράφουν αυτό το ίδιο το γεγονός της Αναστάσεως. Περιγραφή της Αναστάσεως με μυθικά χρώματα και διογκωμένες διαστάσεις δίνει μόνο το απόκρυφο Ευαγγέλιο Πέτρου, στα μέσα του 2ου αιώνα. Δεν είναι δυνατόν να δει κανείς και να περιγράψει την Ανάσταση, γιατί αυτή εγκαινιάζει ένα νέο κόσμο, που δεν υπάγεται στη νομοτέλεια του παρόντος κόσμου της φθοράς. Την Ανάσταση την βλέπει ο πιστός με τα μάτια της πίστεως και τον Αναστημένο Κύριο τον συναντά στα μυστήρια της Εκκλησίας (βλ. Λουκ. κδ', 30, όπου οι δύο μαθητές εις Εμμαούς αναγνωρίζουν τον Αναστημένο Χριστό, όταν ευλόγησε τον άρτον). Γι' αυτό και στη βυζαντινή τέχνη δεν απεικονίζεται αυτό τούτο το γεγονός της Αναστάσεως (ο Ιησούς εξερχόμενος του τάφου), αλλά οι ανθρωπολογικές του συνέπειες (ο Αναστάς εγείρει από τον Άδη τον Αδάμ και την Εύα, και κατ' επέκτασιν όλη την ανθρωπότητα).

Πριν τελειώσουμε τα σύντομα αυτά σχόλια για τις αναστάσιμες διηγήσεις των Ευαγγελίων θεωρούμε απαραίτητο να κάνουμε λόγο για τη συζητούμενη στην ορθόδοξη ερμηνευτική παράδοση παρουσία της Μαρίας, της Παναγίας μητέρας του Ιησού, στις διηγήσεις της επισκέψεως των μυροφόρων στον τάφο. Στο κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο διαβάζουμε την έξης πληροφορία, πού κατακλείει τη διήγηση του ενταφιασμού του Ιησού. Ην δε εκεί Μαρία η Μαγδαληνή και η άλλη Μαρία καθήμεναι απέναντι του τάφου (Ματθ. κζ', 61) και αμέσως παρακάτω: Οψέ δε σαββάτου, τη έπιφωσκούσῃ εις μιαν σαββάτων ήλθεν Μαρία η Μαγδαληνή και η άλλη Μαρία θεωρήσαι τον τάφον και ιδού σεισμός εγένετο μέγας... και απελθούσαι ταχύ από του μνημείου μετά φόβου και χαράς μεγάλης έδραμον απαγγείλαι τοις μαθηταίς αυτού. Και ιδού Ιησούς υπήντησεν αυταίς λέγων χαίρετε∙ (κη', 1• β', 8-9• βλ. και Μάρκ. ιε', 40- ις', 1• Λουκ. κδ', 10• ιθ', 25).


Ποιά είναι η «άλλη Μαρία» των παραπάνω χωρίων; Ένα μεγάλο ρεύμα της ερμηνευτικής παραδόσεως, που ξεκινάει από τον Εφραίμ τον Σύρο (όπως και ενωρίτερα), καθώς και από τους Ιωάννη Χρυσόστομο, Γρηγόριο Νύσσης, Ευσέβιο Αλεξανδρείας, περνάει από τους Γεώργιο Νικομήδειας, Αναστάσιο Σιναΐτη, Συμεών τον Μεταφραστή και φθάνει μέχρι του αγίου Γρηγορίου Παλαμά και ακόμη μέχρι του αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου και του αγίου Νεκταρίου, στην «άλλη Μαρία» αναγνωρίζει τη μητέρα του Κυρίου. Δειγματοληπτικά από τους εκπροσώπους αυτής της παραδόσεως παραθέτουμε τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά: ...Το της Κυρίου αναστάσεως ευαγγέλιον πρώτη πάντων ανθρώπων, καθ’ άπερ και προσῆκον υπῆρχε και δίκαιον, η Θεοτόκος παρά τοῦ Κυρίου εδέξατο, και αυτη τοῦτον αναστάντα προ πάντων είδε, και της αυτού θείας ομιλίας απήλαυσε, και ουκ είδεν οφθαλμοίς μόνον αυτόν, και αυτήκοος αυτού γέγονεν, αλλά και χερσίν ήψατο πρώτη και μόνη των αχράντων εκείνον ποδών, καν οι ευαγγελισταί ταύτα πάντα φανερώς ου λέγωσι, μη θέλοντες την μητέρα προσφέρειν εις μαρτυρίαν, ίνα μη τοις απίστοις υποψίας αφορμήν ώσιν... (Ομιλ. ΙΗ', Τη Κυριακή των Μυροφόρων, ΡG 151, 237 κ. ε.).


Η ίδια παράδοση απηχείται ευρύτατα και στην υμνογραφία της Εκκλησίας. Και πρώτα απ' όλα στο αναστάσιμο απολυτίκιο του πλ. β' ήχου: Αγγελικαί δυνάμεις επί το μνήμα σου και οι φυλάσσοντες απενεκρώθησαν. Και ίστατο Μαρία εν τω τάφῳ ζητούσα το άχραντόν σου σώμα. Εσκύλευσας τον Άδην, μη πειρασθείς υπ' αυτού. Υπήντησας τη παρθένῳ δωρούμενος την ζωήν. Ο αναστάς εκ των νεκρών, Κύριε, δόξα σοι. Επίσης, και στην α' ωδή του κανόνος των Μυροφόρων: Αναστάντα κατιδούσα σον Υίόν και Θεόν και χαίροις συν αποστόλοις, θεοχαρίτωτε αγνή..., καθώς και στο γνωστό τροπάριο της θ' ωδής του αναστάσιμου κανόνα: Ο άγγελος εβόα τη κεχαριτωμενῃ, Αγνή Παρθένε Χαίρε...

Αξίζει επίσης να παρατεθεί ο στίχος ιγ' του Ρωμανού του Μελωδού από το κοντάκιο της Αγίας και Μεγάλης Παρασκευής: Ως ήκουσε ταύτα ο πάντα γινώσκων πριν αυτών γενέσεως, Μαριάμ απεκρίθη∙ Θάρσει μήτερ, ότι πρώτη με οράς από των τάφων, έρχομαι γαρ δείξαι πόσου σκότους τον Αδάμ ελυτρωσάμην...

Τέλος, στο Συναξάρι της Κυριακής του Πάσχα, που έγραψε ο Νικηφόρος Κάλλιστος Ξανθόπουλος, σημειώνεται: Και πρώτον μεν η ανάστασις τη του Θεού Μητρί γνώριμος γίνεται, απ' εναντίας καθημένῃ του τάφου, ως φησιν ο Ματθαίος, συν τη Μαγδαληνή. Άλλωστε, πρέπει ακόμη να προσθέσουμε ότι στην ορθόδοξη εικονογραφία μαζί με τις μυροφόρους γυναίκες εικονίζεται και η Θεοτόκος είτε να ακούει το μήνυμα της Αναστάσεως από τον άγγελο είτε να περιπτύσσεται τον Αναστημένο Χριστό.


Η Ορθόδοξη Εκκλησία χαρακτηρίζεται συνήθως ως «Εκκλησία της Αναστάσεως», γιατί και στη λειτουργική πράξη της δίνει προέχουσα θέση στο γεγονός της Αναστάσεως του Χριστού και στη θεολογία της εξαίρει τις ελπιδοφόρες συνέπειες της Αναστάσεως για τους ανθρώπους. Πρέπει όμως να τονισθεί παράλληλα ότι Σταυρός και Ανάσταση αποτελούν μια αδιάσπαστη ενότητα. Ο επί του Σταυρού αποθανών Ιησούς είναι ό θανάτῳ θάνατον πατήσας και τοῖς εν τοις μνήμασιν ζωήν χαρισάμενος.

Η ΙΕΡΑ ΠΑΡΑΔΟΣΙΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΙΡΕΤΙΚΟΙ

Η ΙΕΡΑ ΠΑΡΑΔΟΣΙΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΙΡΕΤΙΚΟΙ


Περί των πηγών της διδασκαλίας του Ιησού       
    Προτιθέμενοι να ελέγξωμεν και διαφωτίσωμεν άμα τας πεπλανημένας δοξασίας των κατά της Ορθοδοξίας επιτιθεμένων κακοβούλως Διαμαρτυρομένων Πρεσβυτεριανών, αυτοκαλουμένων Ευαγγελικών, κρίνομεν αναγκαίο να πραγματευθώμεν πρώτον περί της Πηγής του Θείου Λόγου. Πηγή της Θρησκείας του Σωτήρος Χριστού είναι ο θείος Αυτού τε και των θεοπνεύστων Αποστόλων λόγος.
Ο θείος λόγος μετεδόθη εξ αρχής διά στόματος εις τον κόσμον, «Η πίστις εξ ακοής...» (Ρωμ. ι' 17). Ενεχαράχθη δε και ενετυπώθη διά ζώσης φωνής εις τας καρδίας και διανοίας των ακουσάντων αυτόν. Προϊόντος όμως του χρόνου οι θείοι Απόστολοι, μη επαρκούντες εις την εξάπλωσιν των μεγάλων αληθειών της θείας αποκαλύψεως εις τα έθνη, και προς εμπέδωσιν των υπ' αυτών ιδρυθεισών Εκκλησιών και υπό των πιστευσάντων χριστιανών παρακαλούμενοι, είτε και υπ' άλλων αιτιών παρακινούμενοι, έγραψαν εξ αυτών τινές κατά διαφόρους εποχάς Επιστολάς κατ' έμπνευσιν του Αγίου Πνεύματος ως και κατόπιν τα τέσσερα Ευαγγέλια. Αι Πράξεις λοιπόν των Αποστόλων, αι Επιστολαί και τα Ευαγγέλια απετέλεσαν τον Κανόνα της Καινής Διαθήκης.
     Η Καινή λοιπόν αυτή Διαθήκη, απαρτιζομένη εκ των τεσσάρων Ευαγγελίων, του Ματθαίου, του Μάρκου, του Λουκά και του Ιωάννου, εκ των Πράξεων των Αποστόλων, εκ των δέκα και τεσσάρων επιστολών του Αποστόλου Παύλου, εκ των επτά καθολικών επιστολών των Αποστόλων Πέτρου, Ιακώβου, Ιούδα και Ιωάννου και εκ της Αποκαλύψεως του Ιωάννου ήτοι εξ είκοσι και επτά θεοπνεύστων βιβλίων, αποτελείτο, ως είπομεν, Κανόνα της Καινής Διαθήκης.
Εκτός, δε του Κανόνος (βιβλίου) τούτου της Κ. Διαθήκης έχομεν και την Παλαιάν Διαθήκην, απαρτιζομένην εκ τριάκοντα και εννέα θεοπνεύστων κανονικών βιβλίων. Και η μεν πρώτη καλείται Νέα Γραφή, ή Καινή Διαθήκη, η δε δευτέρα Παλαιά Γραφή ή Παλαιά Διαθήκη και αι δύο ομού ονομάζονται Αγία Γραφή.

Η Αγία λοιπόν αυτή Γραφή είναι ο γραπτός λόγος του Θεού, είναι η πρώτη και κυριωτάτη πηγή της Αληθούς θρησκείας του Παλαιού και του Νέου Ισραήλ, ήτοι των Εβραίων και των Χριστιανών. Είναι τέλος τα δύο δηνάρια του Κυρίου άτινα άφησε τω Πανδοχεί ίνα επιμεληθεί του περιπεσόντος εις τούς ληστάς ανθρώπου. Και πηγή της μεν των Εβραίων θρησκείας είναι η Παλαιά Γραφή, της δε εξ αποκαλύψεως θρησκείας του Ιησού Χριστού κυρίως πηγή είναι η νέα Γραφή, μαρτυρουμένη όμως και βεβαιουμένη υπό των Νόμων και των Προφητών της Παλαιάς Διαθήκης η οποία έχει τας αυτάς βάσεις.

Κ Ε Φ Α Λ Α Ι Ο Ν  Α'.
Περί Παραδόσεως

    Εκτός της μιας ταύτης πηγής, δηλαδή του γραπτού λόγου του Θεού, της Αγίας Γραφής, η Ορθόδοξος ημών Εκκλησία παραδέχεται και τας συμπαρομαρτούσας τη Αγία Γραφή διδασκαλίας των Μαθητών, των Απόστολων, των Ιερών της Γραφής συγγραφέων και των μετ' αυτούς διαπρεψάντων επί αγιότητι και πολυμαθεία Εκκλησιαστικών Πατέρων.
Τας συναδούσας (συμφωνούσας) τη Αγία Γραφή ταύτας διδασκαλίας ονομάζει η Ορθόδοξος Εκκλησία ιεράν Παράδοσιν ή Εκκλησιαστικάς Παραδόσεις ή και απλώς παράδοσιν.
     Η λέξις παράδοσις δεν σημαίνει, ως οι «Ευαγγελικοί» λέγουν, τυχαίαν φήμην, λόγους αδεσπότους, λόγους αγράφους, εντάλματα ανθρώπων, αλλά σημαίνει τας περί της θρησκείας του Ιησού παραδοθείσας εις την Εκκλησίαν γνώσεις υπ' Αυτού και των Αυτού Αποστόλων.
Η παράδοσις ημών δεν αποτελείται από φήμας των τριόδων, αλλ' είναι ως προείπομεν, διδασκαλία περιεχομένη εις συγγράμματα αποστολικών (αμέσων Μαθητών των Αποστόλων) και άλλων μεγάλων Πατέρων, γνησιότητος αναμφισβητήτου και υπ' αυτής της αρνητικής κριτικής, ηγγυημένη δε υπό της Εκκλησίας «Ήτις εστί στύλος και εδραίωμα της αληθείας» κατά την διδασκαλίαν της Κ. Διαθήκης (Α Τιμ. γ 15). Αυτοί δε καθ' εαυτοί οι συγγραφείς οι χρηματίσαντες άμεσοι Μαθηταί των Αποστόλων, και μαρτυρούντες εις τα συγγράμματα αυτών ότι παρέλαβον κάτι τι παρά των Αποστόλων ή ότι ήκουσαν κάτι παρ' αυτών, είναι άξιοι πάσης πίστεως. Καθ' ότι άλλωστε αι πληροφορίαι τοις τοιούτοις συγγράμμασι είναι υιοθετημέναι και εν συνεχεί εφαρμογή υπό της επισήμου Εκκλησίας, της Εκκλησίας της ποιμαινούσης, ήτοι της αρχούσης των πιστών, και υπευθύνου, δι' αυτό η υποχρέωσις, όπως παρέχωμεν εις αυτούς πίστιν ακλόνητον είναι πλέον η επιτακτική.
     Παραλείπομεν, ότι και εάν ακόμη δεν είχομεν συγγράμματα αποστολικών πατέρων μαρτυρούντα περί ορισμένων εκκλησιαστικών ζητημάτων, θα ήτο αρκετόν το ότι υπό της Εκκλησίας αδιακόπως ούτως επρεσβεύθησαν και εδιδάχθησαν.
Η Εκκλησία η Ορθόδοξος η οποία καθ' ημάς δεν είναι άφρακτος αμπελών, και δεν περιλαμβάνει μέλη απλά ως χύμα εσκορπισμένα, αλλά περιλαμβάνει άρχοντας και αρχομένους, η Εκκλησία, λέγομεν δι' ημάς η Ορθόδοξος, είναι εγγυητής υπεύθυνος και αυθεντικός δι' άπαν το περιεχόμενον της παραδόσεως, το υιοθετημένον παρ' αυτής, και αν δεν είχομεν συγγράμματα αποστολικών Πατέρων. Τούτο δε ανεξαρτήτως της ιδιότητος του αλάθητου με την οποίαν δεχόμεθα αυτήν πεπροικισμένην υπό του θείου Ιδρυτού της.
Η αξιοπιστία λοιπόν της παραδόσεως δι' ημάς τους Ορθοδόξους είναι αδιάσειστος, εκείνος δε, ο οποίος θα τολμήση να κηρύξη αυτήν αναξιόπιστον, είναι υποχρεωμένος να αποδείξη αυτό θετικώς, ουχί δε να ισχυρίζηται αυτό αυθαιρέτως.
Η παράδοσις άλλωστε δεν περιέχει τι αντίθετον τη Γραφή, αλλά μόνον μη υπάρχον, ή υπάρχον σκιωδώς. Επομένως συμπληροί ή αποσαφεί (εξηγεί) την Γραφήν.
 Παράδειγμα: Ο Ιησούς λέγει εις τους Μαθητάς Του όπως: «Πορευθέντες μαθητεύσωσι πάντα τα έθνη βαπτίζοντες αυτούς εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος» (Ματθ. κη' 19-20). Γεννάται όμως το ζήτημα, τίνι τρόπω ετέλουν το βάπτισμα οι Απόστολοι; Εβύθιζον τους προσερχομένους εις Χριστόν άπαξ εις το ύδωρ και απήγγελον διά μιας το, «εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος»; ή εβύθιζον αυτούς δεύτερον και απήγγελον μόνον το «Και του Υιου;» εβύθιζον αυτούς τρίτον και απήγγελον το «Και του Αγίου Πνεύματος;».
   Εις το ερώτημα τούτο απαντά η Παράδοσις διά των συγγραμμάτων των Αποστολικών Πατέρων, και μάλιστα διά της αδιακόπου και επισήμου πράξεως της Εκκλησίας. Και ερωτάται κατά τι λοιπόν η Παράδοσις, η οποία μας πληροφορεί τον τρόπον, καθ' ον οι Απόστολοι ετέλουν το Βάπτισμα, αντιφάσκει προς την Γραφήν;
Η Γραφή επίσης ομιλεί περί επιθέσεως χειρών, περί αλείψεως δι' ελαίου κ.λ.π. Ερωτάται όμως πώς επέθετον τας χείρας και πώς ήλειφον έλαιο; Και εάν η Παράδοσις μας πληροφορήση συμπληρωματικώς περί τούτων, κατά τι αντιφάσκει προς την Γραφήν;
Ακόμη η Γραφή ομιλεί περί ενότητος του γιου προς τον Πατέρα: «Εγώ και ο Πατήρ εν εσμέν» (Ιωάν. ι' 30). Γεννάται όμως το ερώτημα. Η ενότης αυτή που αναφέρεται; Εις το ότι ο Πατήρ και ο υιός είναι αγέννητοι; Αδύνατον. Έρχεται η Παράδοσις, δηλαδή ενταύθα ολόκληρος εν Οικουμενικώ Συνόδω τω 325 και μας καθορίζει αυθεντικώς, ότι η ενότης του γιου προς τον Πατέρα αναφέρεται εις την ουσίαν και μας δωροφορεί και τον όρον Ομοούσιον. τούτο είναι μία διασάφησις εννοίας σκιωδώς εν τη Γραφή φερομένης, ουχί δε αντίθεσίς τις.
Δεν είναι ανάγκη λοιπόν η Παράδοσις να συμφωνεί προς την Γραφήν, ίνα αποδεχθώ μεν αυτήν, ως φρονούσιν οι «Ευαγγελικοί», διότι θα είναι εντελώς περιττή, αλλ' είναι ανάγκη μόνον να μη διαφωνεί προς αυτήν. Εφ' όσον συμπληροί τα κενά η διασαφεί τα σκιωδώς ειρημένα, είναι απαραίτητος.
Ίσως δεν θα είχομεν ανάγκην της παραδόσεως, εάν η Γραφή ήτο βιβλίον συστηματικόν, εκθέτον απ' αρχής μέχρι τέλους, τόσον χρονικώς, όσον και μεθοδικώς, την διδασκαλίαν του Χριστού. Αλλ' η Γραφή είναι απομνημονεύματα περιέχοντα σποραδικώς μέρος μόνον της διδασκαλίας του Χριστού, και τούτο εκ διαφόρων περιστατικών λόγων και εν διαφόροις καιροίς γραφέν.
   Εάν δε, λάβωσιν ανά χείρας το βιβλίον τούτο δέκα; εκατόν, χίλιοι άνθρωποι σοφοί μεν καθ' όλα και άριστοι ελληνισταί ή οιασδήποτε άλλης γλώσσης κάτοχοι, εν τη οποία είναι μεταπεφρασμένη η Γραφή, μη δεδιδαγμένοι όμως εκ των προτέρων, ουδέν περί Χριστού, Χριστιανισμού, και Εκκλησίας και ένεκα τούτου τελείως ανίδεοι και μελετήσωσιν αυτό επισταμένως, δεν θα εννοήσωσιν τίποτε περί της διδασκαλίας και του συστήματος του χριστιανισμού, έκαστος δε θα καταλήξη, ουχί μόνον εις διάφορα, αλλά και τουτ' αυτό αντίθετα συμπεράσματα προς τον άλλον, και τούτο προτείνομεν να δοκιμασθή διά πειράματος.
Το φως λοιπόν της παραδόσεως είναι απαραίτητον εις τον ασθενικόν οφθαλμόν του αναγνώστου της Γραφής. Το απαραίτητον άλλως μιας παραδόσεως είναι ανεγνωρισμένον και εφηρμοσμένον και εις άλλας σχέσεις των ανθρώπων και εις άλλους κλάδους.
Ταύτα δε τα στοιχειωδώς λογικά και πρακτικώς απαραίτητα, τα μηδαμώς αντιπίπτοντα προς την Γραφικήν διδασκαλίαν, μάλλον δε και κυρούμενα υπ' αυτής1 μολονότι οι «Ευαγγελικοί» (Προτεστάνται) τα αποκρούουσι θεωρητικώς τα εφαρμόζουσιν όμως εν τη πράξει. Δηλαδή μολονότι ρηγνύουσι τους πνεύμονας κραυγάζοντες, ότι ουδεμίαν παράδοσιν δέχονται, οικτρώς αντιφάσκοντες προς εαυτούς αντλούσιν εκ της ημετέρας Παραδόσεως, της αποτελούσης μύθευμα κατ' αυτούς, αρκετά, πλάττουσι δε και άλλα εκτός της Γραφής, τα οποία πάντως αποτελούσι μίαν παράδοσιν ιδικήν των.
Δεν σημαίνει ουδέν, ότι η παράδοσίς των είναι πενιχρά εν σχέσει προς την ημετέραν, ούδ' ότι διαφέρει της ημετέρας. Το ζήτημα είναι, ότι και αυτοί οι «Ευαγγελικοί» εκτός της Γραφής έχουν αρκετά, τα οποία αποφεύγουσι να ονομάσωσι παράδοσιν, νομίζοντες, ότι σώζονται με την αποφυγήν της λέξεως.
  Μη νομισθώσι, παρακαλούμε, τα τελευταία αυτά λόγια ως συκοφαντικά διότι είμεθα έτοιμοι να αναφέρω μεν και παράδειγμα. Ημείς οι Ορθόδοξοι φερ' ειπείν παραδεχόμενοι την Ιεράν Παράδοσιν παράλληλον πηγήν τού θείου λόγου προς την Αγίαν Γραφήν, την δε ποιμαίνουσαν Εκκλησίαν επίσημον και αυθεντικόν μάρτυρα και ερμηνευτήν της τε Γραφής και της Παραδόσεως, κατά λογικήν λοιπόν συνέπειαν αντλούμεν και εκ της Παραδόσεως και υποτασσόμεθα εις το κύρος της Εκκλησίας, εις τρόπον ώστε και τας τυχόν εσφαλμένας ημών αντιλήψεις να ρυθμίζωμεν συμφώνως προς την διδασκαλίαν αυτής. Συγκεκριμένως δε περί Γραφής προκειμένου, επειδή εκτός των γνωστών βιβλίων της Κ. Διαθήκης παρουσιάσθησαν και άλλα με την αξίωσιν, ότι προέρχονται από άνδρας θεοπνεύστους (Ευαγγέλιον τού Πέτρου, Ευαγγέλιον τού Θωμά και εν γένει τα απόκρυφα), καταφεύγομεν εις την Παράδοσιν και εις το κύρος της Εκκλησίας και πληροφορούμεθα αυθεντικώς, ότι ταύτα είναι νόθα, παρ' ότι φέρονται επ' ονόματι Αποστόλων, και ότι μόνα γνήσια είναι τα γνωστά είκοσι επτά βιβλία της Κ. Διαθήκης.
Οι «Ευαγγελικοί» όμως, οι απορρίπτοντες την Παράδοσιν, ως μύθευμα και εντάλματα ανθρώπων, και το κύρος της Εκκλησίας ως ανύπαρκτον, πόθεν έχουσι την πληροφορίαν, ότι αυτό το βιβλίον, το οποίον κατέχουσιν, είναι η γνησία Καινή Διαθήκη; Δέν απαντώσιν εις το ερώτημα, διότι από την Ιδίαν Παράδοσιν αντλούσι την σοβαρωτάτην και θεμελιώδη ταύτην πληροφορίαν των. Εξελθόντες από τα σπλάχνα της Δυτικής Εκκλησίας τελείως γυμνοί με μόνην την Καινήν Διαθήκην ανά χείρας ομοιάζουσι προς υιόν ελθόντα μεν εις ρήξιν με τον πατέρα του και φυγόντα νυκτός της πατρικής οικίας γυμνός αλλά συναποκομίσας λάθρα εξ αυτής και πολύτιμον αντικείμενον, το οποίον όταν ερωτάται, πόθεν έσχεν, αποφεύγει να απαντήση. Εάν όμως οι ερωτώντες γνωρίζωσι την προέλευσιν τού πολυτίμου αντικειμένου η σιωπή τού φυγόντος υιού δεν ωφελεί αυτόν εις ουδέν.

Είναι γνωστόν, ότι την βεβαιότητα περί της γνησιότητας των γνωστών είκοσι επτά βιβλίων της Κ. Διαθήκης οι «Ευαγγελικοί» συναπεκόμισαν παρά της Παπικής λεγομένης εκκλησίας, της εχούσης ταύτη από της Παραδόσεως και τού κύρους της καθόλου Εκκλησίας. Εντρέπονται βεβαίως ίνα είπωσιν ότι αντλούσι την γνησιότητα της Γραφής εκ της Παραδόσεως, ίνα μη ερωτηθώσι: «πως σεις οι λακτίζοντες την Παράδοσιν προσφεύγετε εις αυτήν;» Αυτό είναι άλλωστε που τους χαρακτηρίζομεν ανακολούθους «αντιευαγγελικούς». Αλλ' η σιωπή δεν τους ωφελεί. Διότι το γεγονός, ότι αντλούσιν από την Παράδοσιν την γνησιότητα της Γραφής, είναι πασιφανές.
Αλλά πάλιν οι «Ευαγγελικοί» ίνα μη φαίνωνται σιωπώντες εις το ερώτημα, απαντώσι με αοριστολογίας, νομίζοντες, ότι σώζονται. Τούς ερωτάτε επί παραδείγματος, «αφού μεταξύ των γνησίων βιβλίων της Κ. Διαθήκης ανεφανίσθησαν και μη γνήσια, τις ήτο εκείνος, ο οποίος την εποχήν ακριβώς της εμφανίσεως των νόθων παρουσιάσθη εις το μέσον και είπεν: «Αυτό είναι το γνήσιον και το δεχόμεθα, το άλλο είναι νόθον και το απορρίπτωμεν;» διότι υπήρξαν πολλά νόθα2. Τί όνομα είχεν ούτος, και τι θέσιν ή ιδιότητα ή αξίωμα κατείχεν;

Τούς ερωτάτε, λέγομεν, ταύτα και σας απαντώσι: Τα γνήσια βιβλία της Αγίας Γραφής ευρέθησαν εις τας Βιβλιοθήκας των Μονών, των Πατριαρχείων και άλλων ιδρυμάτων. Και αν τούς ερωτήσητε: «Ποίος τα έβαλε εκεί;» υψώνουσι τους ώμους των προσπαθούντες να υπεκφύγωσι. Αλλ' ουδαμού σώζωνται διότι η αλήθεια κράζει εναντίον των ζητούσα απάντησιν. Εάν λοιπόν κ. κ. «Ευαγγελικοί» δεν αντλείτε την γνησιότητα του Ευαγγελίου εκ της Παραδόσεως, να μας είπητε, πόθεν τέλος αντλείτε;

Αλλά και ακόμη ας μας απαντήσωσι εις ποίον μέρος της κ. Διαθήκης λέγεται, ότι τα βιβλία αυτής είναι είκοσι επτά; Ασφαλώς ουδαμού. Ποίος λοιπόν σας το είπε; Ασφαλώς η Παράδοσις την οποίαν απορρίπτετε. Ώστε έχετε κόρην άνευ μητρός; Και βαστάζετε την κόρην της παραδόσεως την Κ. Διαθήκην και απορρίπτετε την μητέρα αυτής την παράδοσιν; Ουαί υμίν εάν δεν επιστρέψητε.
Αλλ' ακόμη. Υμείς οι Ορθόδοξοι έχομεν την Κυριακήν αργίαν, ενώ η Γραφή ομιλεί περί αργίας του Σαββάτου. Η παράδοσις όμως μας πληροφορεί, ότι λόγω της αναστάσεως του Ιησού κατά Κυριακήν, η αργία μετετέθη από του Σαββάτου εις την Κυριακήν. Αλλά και «οι Ευαγγελικοί» έχουσι αργίαν την Κυριακήν. Ερωτώμεν πόθεν παρέλαβον αυτήν, αφού η Γραφή δεν ομιλεί περί Κυριακής αλλά περί Σαββάτου; Ασφαλώς από την παράδοσιν την οποίαν λέγουν ότι την αρνούνται.
Και πάλιν ημείς έχοντες Εκκλησίαν ποιμαίνουσαν με εξουσίαν του ρυθμίζειν τα της λατρείας, του ερμηνεύειν την Γραφήν και την Παράδοσιν κ.λ.π., δυνάμεθα εκτός του Πρωτοτύ-που της Γραφής να αναγινώσκωμεν και μεταφράσεις αυτής εγκεκριμένας, δυνάμεθα να απαγγέλλωμεν και διαφόρους ύμνους εγκεκριμένους, δυνάμεθα κ,λ.π.

    Οι Ευαγγελικοί όμως οι καταργήσαντες την ποιμαντικήν εξουσίαν, το αυθεντικόν κύρος της Εκκλησίας, και πάσαν μαρτυρίαν αυτής περί Παραδόσεως παρουσιάζουσι μίαν Γραφήν ηρμενευμένην υπ' αδήλου και εις την ερμηνείαν ταύτην υποτάσσονται τυφλώς, αναγιγνώσκοντες αποκλειστικώς την ηρμηνευμένην Γραφήν και τρέμοντες προ του πρωτοτύπου κειμένου, όταν τις παρουσιάση αυτό εις αυτούς.
Έχουσιν υμνολόγιον ιδικόν των αγνώστου συγγραφέως και αγνώστου εγκριτικής αρχής, το οποίον με φρασεολογίαν άλλην εκτός της γραφικής αποδίδει τα αισθήματα αυτών και τας δοξασίας εν ταίς κοιναίς των προσευχαίς παρά τας διαβεβαιώσεις των ότι δήθεν δεν μεταχειρίζονται άλλην φρασεολογίαν εκτός της Γραφικής.
Επίσης κλείουσι τους οφθαλμούς κατά τας προσευχάς των και διάφορα άλλα πράττουσιν. Άλλ' η Γραφή αγνώστους ερμηνευτάς ή κριτάς των ερμηνειών, αγνοεί. Αγνώστους συνθέτας υμνολογιών και ανωνύμους εγκριτικάς αρχάς αγνοεί, ως επίσης και κλείσιμον των οφθαλμών. Συμφώνως όμως με τας επαγγελίας των είναι υποχρεωμένοι να αναγινώσκωσι μόνον το Πρωτότυπον της Γραφής (δηλαδή το κείμενον) και ουχί ερμηνείαν (παράφρασιν) εφ' όσον δεν παραδέχονται κανέναν ως ερμηνευτήν αυθεντικόν και επίσημον. Επίσης είναι υποχρεωμένοι να μη έχωσιν υμνολογίαν, αλλά να ψάλλωσιν εκ της Γραφής. Εάν θέλουν να ψάλλουν και τους οφθαλμούς να μη κλείωσι κ.λ.π.
Παρ' όλα όμως ταύτα εκτός της Γραφής και της Παραδόσεως εδημιούργησαν και μίαν νέαν ιδικήν των παράδοσιν. Και διά του τρόπου τούτου εκτός της αντιφάσεως εις την οποίαν ευρίσκονται, αποδεικνύουσι το απαραίτητον της Παραδόσεως, ενώ υβρίζουσιν αυτήν. Δεν είναι λοιπόν «αντιευαγγελικοί οι Ευαγγελικοί» και ανακόλουθοι; Δέχονται την ερμηνείαν και τους ύμνους του Λουθήρου και απορρίπτουν την Ερμηνείαν των αγίων Πατέρων και κάθε τι αυτών.
Βεβαίως η ανάγκη και η αμηχανία, εις την οποίαν περιέπεσαν εκ της απορρίψεως της παραδόσεως, τους υπεχρέωσε να καταφύγωσιν εις την Παράδοσιν, την οποίαν ελάκτισαν εν πολλοίς, και νέαν να δημιουργήσωσιν εν άλλοις. Αλλ' εάν η ανάγκη είναι ελαφρυντικόν, η εγωιστική επιμονή όπως αρνούνται και καταφεύγουσιν εις ότι υβρίζουσι, και εξακολουθούσι, να υβρίζωσιν εκείνο, εις το οποίον ως εις άγκυραν σωτηρίας καταφεύγουσιν (δηλαδή την Παράδοσιν) είναι παρά πολύ επιβαρυντικόν δι' αυτούς. Όταν λοιπόν ημείς κ. κ. «Ευαγγελικοί» λέγομεν Παράδοσιν δεν εννοώμεν παράδοσιν ανθρώπων ως σείς διαστρέφετε, αλλά διδασκαλίαν Χριστού μη φερομένην μεν εν τη Kαινή Διαθήκη αλλ' επαρκέστατα μεμαρτυρημένην και ηγγυημένην. Σεις δε ομιλείτε περί παραδόσεως ανθρώπων, ορισμένως είσθε εκτός πραγματικότητος. Καθ' ότι η παράδοσις ανθρώπων σημαίνει πλάσμα της επινοίας των ανθρώπων, και τοιαύτα πλάσματα η Ορθόδοξος Εκκλησία όχι μόνον δεν έχει αλλά και τα πολεμεί, ως άλλωστε έχει αποδείξει τούτο διά μέσου των αιώνων μέχρι σήμερον.
Κ Ε Φ Α Λ Α Ι Ο Ν  Β'.
Η Αγία Γραφή περί της Ιεράς παραδόσεως

     Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, ο Θεός και Σωτήρ ημών, ως γνωστόν, ουδέν γραπτόν αφήκε τοίς Αποστόλοις και Μαθηταίς αυτού εξ όσων εν τη προς ημάς σωτηριώδει αυτού εν σαρκί επιδημία εδίδαξεν, αλλ' υπεσχέθη αυτοίς ότι ερχομένου του Παρακλήτου υπομνήσει αυτοίς πάντα: «Ταύτα λελάληκα υμίν παρ' υμίν μένων, ο δε Παράκλητος, το Πνεύμα το Άγιον, ο πέμψει ο Πατήρ εν τω ονόματί μου. Εκείνος διδάξει υμάς πάντα και υπομνήσει υμάς πάντα α είπον υμίν». (Ιωάν. ιδ' 25-26).
Και πάλιν: «Έτι πολλά έχω λέγειν υμίν, αλλ' ου δύνασθαι βαστάζειν άρτι, όταν δε έλθει Εκείνος, το Πνεύμα της αληθείας, οδηγήσει υμάς εις πάσαν την αλήθειαν». (Ιωάν. ιστ' 12).
     Κατόπιν της υπό του Αγίου Πνεύματος υπομνήσεως των πάντων αφού επί πολλάς δεκάδας ετών, πριν έτι γραφή η Αγία Γραφή, αγράφως και εκ στόματος παρεδίδετο και εκηρύττετο, ο λόγος του Θεού υπό των Αποστόλων πάντων, έρχεται ο ηγαπημένος Μαθητής Ιωάννης ο Θεολόγος και Ευαγγελιστής, όστις κατά τον Ιερόν Θεοφύλακτον Βουλγαρίας, 32 έτη ύστερον από της του Χριστού θείας αναλήψεως έγραψε το Ιερόν αυτού Ευαγγέλιου, έρχεται λέγομεν και μας πληροφορεί ότι αφήκε πολλά άγραφα και λέγει: «Εστί δε και άλλα πολλά, όσα εποίησεν ο Ιησούς άτινα εάν γράφητε καθ' εν, ουδέ αυτόν οίμαι τον κόσμον χωρήσαι τα γραφόμενα βιβλία αμήν». (Ιωάν. κα' 25).  Και πάλιν: «Πολλά μεν ούν και άλλα σημεία εποίησεν ο Ιησούς ενώπιον των Μαθητών αυτού, α ουκ έστι γεγραμμένα εν τω βιβλίω τούτω» (Ιωάν. κ' 30). Και εν τη δευτέρα του επιστολή λέγει: «Πολλά έχω υμίν γράφειν, ούκ βoυλήθην διά χάρτου και μέλανος, άλλ' ελπίζω ελθείν προς υμάς και στόμα προς στόμα λαλήσαι (στ 12). Και εν τη τρίτη επιστολή προς Γάϊον, ο Ευαγγελιστής Ιωάννης γράφει: «Πολλά είχον γράφειν, άλλ' ού θέλω διά μέλανος και καλάμου σοι γράψαι, ελπίζω δε ευθέως ιδείν σε και στόμα προς στόμα λαλήσομεν, ειρήνη σοι» (στ'. 13-14).
Τις δύνανται να αμφισβητήση λοιπόν ότι, αφού έγραψε το ιερόν ευαγγέλιον ο Ιωάννης και έγραψε τας επιστολάς, δεν παρέδωκεν όσα άφηκεν άγραφα εν τω Ευαγγελίω και εν ταις επιστολαίς αυτού αφού μάλιστα ταύτα υπόσχεται εν αυταίς; τούτο είναι μία τρανωτάτη απόδειξις της Ιεράς Παραδόσεως.
Ο δε μέγας των Εθνών Απόστολος Παύλος περισσότερον πάντων ομιλεί περί της ιεράς Παραδόσεως συνιστά και επιβάλλει αυτήν3 αλλ' οι Ευαγγελικοί αντιτάσσονται εις την διδασκαλίαν του Παύλου με εν χωρίον της Αποκαλύψεως που λέγει: «Εάν τις επιθή προς ταύτα, επιθήσει ο Θεός επ' αυτόν τας πληγάς τας γεγραμμένας εν τω βιβλίω τούτω» (Αποκ. κβ' 18) και εν τούτοις δεν έχουν δίκαιον, διότι πρέπει να γνωρίζουν ότι μετά την Γραφήν ταύτην (την αποκάλυψιν δηλαδή) ο Ευαγγελιστής Ιωάννης έγραψε το Ευαγγέλιόν του, χωρίς να αναιρεθώσι ταύτα. Επίσης ο Μωυσής εις το (Δευτ. δ' 2) λέγει' «Δεν θέλει προσθέσει εις τον λόγον, τον οποίον, εγώ σας προστάζω, ουδέ θέλετε αφαιρέσει απ' αυτού». Και εν τούτοις μετά εγράφησαν τόσα βιβλία των προφητών. Τί σημαίνουν λοιπόν όλα ταύτα ώ «Ευαγγελικοί»; Σημαίνουν ότι δεν δύναται να προσθέση τις εναντία του πνεύματος της Αγίας Γραφής, ουχί όμως και παν ό,τι είναι σύμφωνον και εποικοδομητικόν.
Παρ' όλα όμως αυτά οι «Ευαγγελικοί» δεν υποχωρούν. Οπλίζονται με άλλα χωρία και πολεμούν, και αυτά είναι τα εξής:
1) «Διατί και υμείς παραβαίνετε την εντολήν του Θεού διά την παράδοσιν υμών; ο γάρ Θεός ενετείλατο λέγων: Τίμα τον πατέρα σου και την μητέρα... μάτην δε σέβονταί με διδάσκοντες διδασκαλίας, εντάλματα ανθρώπων» (Ματθ. ιε' 3).
2)«Αφέντες γάρ την εντολήν του Θεού, κρατείτε την παράδοσιν των ανθρώπων βαπτισμούς ξεστων και ποτηρίων και άλλα παρόμοια τοιαύτα πολλά ποιείτε». (Μάρκ. ζ' 8) και πάλιν: «Μη προσέχοντες Ιουδαϊκοίς μύθοις, και εντολαίς ανθρώπων αποστρεφομένων την αλήθειαν» (Τίτ. α' 14).
3) «Ειδότες ότι ου φθαρτοίς αργυρίω ή χρυσίω εσώθητε εκ της ματαίας υμών αναστροφής πατροπαραδότου» (Α' Πέτρ. α' 18). 4) «Αλλά και εάν ημείς ή αγγελος εξ ουρανού ευαγγελίζηται υμίν παρ' ο ευηγγελισάμεθα ύμιν, ανάθεμα έστω. Ως προειρήκαμεν, και άρτι πάλιν λέγω: ει τις υμάς ευαγγελίζεται παρ' ο παρελάβετε, ανάθεμα έστω» (Γαλ. α' 8).
Αλλά όλα αυτά τα χωρία εν αποδεικνύουν, ότι υπάρχει και ψευδής παράδοσις, από την οποίαν πρέπει να απομακρύνεταί τις, εξετάζων ποίαι είναι αι παραδόσεις του Θεού, διά του Αγίου Πνεύματος, και ποίαι αι παραδόσεις των μικρών ανθρώπων. Άλλωστε εις τα ανωτέρω βλέπομεν, ότι ο Χριστός ελέγχει τους Φαρισαίους, διότι κατεστρατήγησαν την πέμπτην εντολήν και προέτρεπον να υστερώσι τον άρτον από τους γονείς των, διά να συνεισφέρωσιν εις τον Κορβανάν.
Εδώ λοιπόν, πρόκειται περί ιδιοτελών ενταλμάτων των Φαρισαίων διά τους υποκριτικούς σκοπούς των, και ουχί περί της ακριβούς ερμηνείας των αγίων Γραφών, διά των οποίων ο Χριστός ήλεγχε τους παρερμηνεύοντας αυτούς Ραββίνους, ακριβώς όπως σήμερον η Ορθόδοξος Εκκλησία ελέγχει τους παρερμηνεύοντας την Αγίαν Γραφήν Διαμαρτυρομένους. Επίσης ο Απ. Παύλος καταδικάζει πάσαν άλλην διδαχήν ήτις αντίκειται εις το Ευαγγέλιον, αυτή είναι η αλήθεια και ουχί άλλη.
Αλλά μήπως και οι της παλαιάς Διαθήκης άνθρωποι δεν επροχώρουν διά της Παραδόσεως;Και εν τη Παλαιά Διαθήκη υπάρχει η Παράδοσις δηλαδή και εν τω Μωσαϊκώ Νόμω ωδηγούντο υπό του αγράφου νόμου της συνειδήσεως και υπό της παραδόσεως. Ο Άβελ, ο Ενώχ, ο Νώε, ο Αβραάμ, ο Ιώβ, και άλλοι τοσούτοι θεοφιλείς άνδρες εδικαιώθησαν εκ παραδόσεως.
Άλλωστε τις νόμος, ποία γραφή, τις Προφήτης ωδήγησεν αυτούς; Αλλά και κατόπιν μετά τον γραπτόν νόμον ο Μωυσής συνιστά εις τους Ιουδαίους τον προφορικόν νόμον. Εις το Δευτερονόμιον φερ' ειπείν, κεφ. λβ' 6, αναφέρει: «Ερώτησον τον πατέρα σου και αυτός θέλει σοι αναγγείλει, τους πρεσβυτέρους σου και αυτοί θέλουσί σοι ειπεί» και εις τον (Ιώβ η' 8) λέγει: «Ερώτησον, παρακαλώ, περί των προτέρων γενεών και ερεύνησον ακριβώς περί των πατέρων αυτών. Διότι ημείς είμεθα χθεσινοί και δεν ηξεύρομεν ουδέν» και εις τους ψαλμούς οη' 3 λέγει: «Όσα ηκούσαμεν και εγνωρίσαμεν και οι πατέρες ημών διηγήθησαν εις ημάς, δεν θέλομεν κρύψει αυτά από των τέκνων αυτών εις την επερχομένην γενεάν», και εις τας παροιμίας λέγει:« Άκουε υιέ μου, την διδασκαλίαν τού πατρός σου και μη απορρίψεις τον νόμον της μητρός σου». Και ερωτάται, υπάρχει ή δεν υπάρχει Παράδοσις εις την Αγ. Γραφήν κ. κ. «Ευαγγελικοί,» Τι αυτά που παραθέτομεν τόσον εκ της Καινής όσον και εκ της Παλαιάς Διαθήκης δεν υπάρχουν εις την Γραφήν σας;
Οι Άγιοι Πατέρες περί Παραδόσεως
Έκ των μέχρι τουδε λεχθέντων δυνάμεθα κατά λογικόν συμπέρασμα να παραδεχθώμεν ασυζητητί, ότι η Ιερά Παράδοσις διετηρήθη ακεραία εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία. Κατ' εξοχήν δε ο Κύριος διά του Αγίου Πνεύματος διεφύλαξεν ακεραίαν την αληθή διδασκαλίαν αυτού εν τη Εκκλησία, ίνα αρύωνται εξ αυτής οι βουλόμενοι ειδέναι την Ευαγγελικήν αλήθειαν.
Παρ' ότι δε η Παράδοσις είναι αυταπόδεικτος, εν τούτοις θα παραθέσωμεν ολίγας μαρτυρίας εκ της πράξεως της πρώτης Εκκλησίας ίνα βοηθήσωμεν τους θέλοντας εκ των «Ευαγγελικών» να επιστρέψουν και όπως προλάβω μεν τους μέλλοντας να εκτροχιασθώσιν.
1) Ο Επίσκοπος Ρώμης Κλήμης, όστις εχρημάτισε μαθητής των δύο κορυφαίων Αποστόλων, τον οποίον και ο Απόστολος Παύλος εις την προς Φιλιππησίους επιστολήν αυτου μνημονεύει (Φιλ. δ' 3). Περί αυτού λοιπόν του Πατρός ο ιστορικός Ευσέβιος αναφέρει εν τη πολυτίμω αυτού Ιστορία τα εξής:
«Την επισκοπήν (της εν Ρώμη Εκκλησίας) κληρούται Κλήμης, ο και εωρακώς τους μακαρίους Αποστόλους και συμβεβληκώς αυτοίς και έτι έναυλον το κήρυγμα των Αποστόλων και την παράδοσιν πρό οφθαλμών έχων» (Ευσεβ. Έκκλ. Ιστορ. βιβλ. ε', κεφ. 6). Ώστε ευθύς εξ αρχής βλέπομεν, ότι υπό δύο πνευματικών λυχνιών εφωτίζοντο οι πρώτοι Χριστιανοί, δηλαδή εκ του γραπτού και προφορικου λόγου, του αγράφου λόγου του Θεού και της Ιεράς Παραδόσεως.
2) Ο Απόστολος Βαρνάβας όστις σαφώς παραγγέλει να φυλάττωμεν πάν ότι παρελάβωμεν: «Φυλάξεις, λέγει, α παρέλαβες μήτε προστιθείς μήτε αφαιρών» (Βαρναβ. Ηθικ. Καθηκ. κεφ. 19).
3) Ο Ιγνάτιος ο θεοφόρος, ο μαθητής του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου (του Ευαγγελιστού) όστις εν πάσαις ταίς επιστολαίς αυτού συνιστά θερμώς την υπακοήν εις την Εκκλησίαν, τον Επίσκοπον και τον Πρεσβυτέρων: «Στήκετε αδελφοί, λέγει, εδραίοι εν τη πίστει τού Ιησού Χριστού και εν τη αυτού αγάπη... συναθροίζεσθε κοινή... υπακούοντες τω Επισκόπω και τω πρεσβυτερίω απερισπάστω διανοία.» (Επιστ. προς Εφεσ. κεφ. 10). Και αλλαχού λέγει: «Φεύγετε τον μερισμόν της ενότητος και τας κακοδιδασκαλίας των αιρεσιωτών, όπου δε ο ποιμήν εστίν, εκεί ως πρόβατα ακολουθείτε» (Προς Φιλαδελφ. κεφ. 2). Κατά δε την ρητήν μαρτυρίαν του Ευσεβίου, ο θεοφόρος ούτος αποστολικός πατήρ, διαφόρους Εκκλησίας επισκεπτόμενος προέτρεπε αυτούς να τηρώσιν αυστηρώς τας παραδόσεις των θείων Αποστόλων: «Τας κατά πόλιν, αίς απεδήμει, παροικίας ταις διά λόγου ομιλίαις τε και προτροπαίς επιρρωνύς, εν πρώτοις μάλιστα προφυλάττεσθαι τας αιρέσεις, άρτι τότε πρώτον αναφυείσας και επιπολαζούσης, παρήνει, προύτρεπέ τε απρίξ έχεσθαι της των Αποστόλων παραδόσεως, ήν υπέρ ασφαλείας και εγγράφως ήδη μαρτυρόμενος, διατυπούσθαι αναγκαίον ηγείτο». (Εκκλ. Ιστορ. βιβλ. 6, κεφ. 36).
4) Ο των Σμυρναίων Επίσκοπος Πολύκαρπος μαθητής του επιστηθίου Ιωάννου, εν τη προς Εφεσίους επιστολή αυτού, εν κεφαλαίω πέμπτω, ονομάζει τον προφορικόν λόγον του Παύλου «λόγον περί αληθείας», ον, λέγει, «γενόμενος (ο Παύλος) κατά πρόσωπον των τότε ανθρώπων, εδίδαξεν ακριβώς, και βεβαίως». Και ο Ειρηναίος αναφέρει σαφώς την περί της Ιεράς Παραδόσεως διδασκαλίαν του θείου Πολυκάρπου, λέγων: «Πολύκαρπον ταύτα αείποτε διδάξαι, α παρά των Αποστόλων εμεμαθήκει, τα αυτά δε και την Εκκλησίαν παραδιδόναι, και μόνα αληθή είναι. Και εις Ρώμην ελθόντα πολλούς των αιρετικών εις την Εκκλησίαν επιστρέψαι μίαν και μόνην ταύτην την αλήθειαν παρά των Αποστόλων παραλαβείν μαρτυρούντα, ή και παρά της Εκκλησίας παρεδόθη». (Εκκλ. Ιστορ. βιβλ. 3, κεφ.39).
5) Ο Παπίας επίσης σύγχρονος των Αγίων Αποστόλων ων, κατά την μαρτυρίαν του Ευσεβίου, λέγει, ότι εκτός των ερμηνειών της Αγίας Γραφής παρέλαβε και τινάς άλλας αληθείς επίσης διδασκαλίας παρά των πρεσβυτέρων: «ουκ οκνήσω δε σοι, λέγει, και όσα ποτέ παρά των πρεσβυτέρων καλώς έμαθον, και καλώς εμνημόνευσα, συγκατατάξαι ταις ερμηνείαις, διαβεβαιούμενος την αυτών αλήθειαν, ου γάρ τοις τα πολλά λέγουσιν, έχαιρον, ώσπερ οι πολλοί, αλλά τοις ταληθή διδάσκουσιν, ουδέ τοις τας αλλοτρίας εντολάς μνημονεύουσιν, αλλά τοις τας παρά τού Κυρίου το πίστει δεδομένας, και παρ' αυτής παραγιγνομένας της αληθείας... ου γάρ τα εκ των βιβλίων τοσούτον με ωφελείν υπελάμβανον, όσον τα παρά ζώσης φωνής και μενούσης». (Εκκλ. Ιστορ. βιβλ. 3, κεφ. 39).
Εξ αυτού καταφαίνεται πόσον απ' αρχής προσείχεν η Εκκλησία εις την διατήρησιν της ακεραιότητος της Παραδόσεως, καθώς και εις την ακριβή διάκρισιν της πηγής ταύτης.
6) Ο Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, ο και μαθητής του θείου Παύλου σαφέστατα μαρτυρεί την ύπαρξιν της Ιεράς Παραδόσεως: «ουσία γάρ της καθ' ημάς ιεραρχίας, λέγει, εστί τα θεοπαράδοτα λόγια σεπτότατα δε λόγια ταύτα φαμέν, όσα προς των ενθέων ημών ιεροτελεστιών εν αγιογράφοις ημίν και θεολογικοίς δεδώρηται δέλ τοις και μην όσα προς των αυτών ιερών ανδρών αυλοτέρα, μυήσει και γείτονί πως ήδη της αιωνίου ιεραρχίας εκ νοός εις νούν διά μέσου λόγου, σωματικού μέν, αϋλοτέρου δε όμως γραφής εκτός, οι καθηγεμόνες ημών, εμυήθησαν». (Περί Εκκλ. Ιεραρχ. κεφ. 1).
7) Ο Ιουστίνος Μάρτυς και Φιλόσοφος σύγχρονος και ούτος των θεοκηρύκων Αποστόλων, ρητώς αναφέρει ότι ήτο εν χρήσει ως λόγος Θεού και ως πηγή ορθής πίστεως και η προφορική διδασκαλία, η Ιερά Παράδοσις. Ο ιερός Ιουστίνος γράφων προς Διόγνητον, λέγει: «ου ξένα ομιλώ, ουδέ παραλόγως ζητώ, άλλ' Αποστόλων γενόμενος μαθητής, γίνομαι διδάσκαλος εθνών, τα παραδοθέντα αξίως υπηρετών γενομένοις αληθείας μαθηταίς». (Επιστολή προς Διόγνητον).
8) Ο Ηγήσιππος όστις ήκμασε επί της πρώτης διαδοχής των Αποστόλων, κατά την πιστήν μαρτυρίαν του Ευσεβίου, συνέγραψεν εις πέντε βιβλία την παράδοσιν των θείων Αποστόλων, τα οποία απωλέσθησαν.
Ο Ευσέβιος ιστορών την υπόθεσιν αυτήν γράφει τα εξής: «Εν πέντε ούν συγγράμμασιν ούτος (ο Ηγήσιππος) την απλανή παράδοσιν του Αποστολικού κηρύγματος απλουστάτη συντάξει γραφής υπομνηματισάμενος...». (Εκκλ. Ιστορ. βιβλ. 5 κεφ. 20).
9) Ο άγιος Ειρηναίος (ο Επίσκοπος Λουγδούνων), όστις ήτο μαθητής του Επισκόπου της Σμύρνης Πολυκάρπου, λίαν εναργώς ομιλεί περί της αναγκαιότητος της Ιεράς Παραδόσεως λέγων: «Οι την αλήθειαν ειδέναι βουλόμενοι εν εκάστη Εκκλησία στρέφεσθαι οφείλουσιν εις την γνωστήν προς πάντας αποστολικήν παράδοσιν» (Κατά αίρεσ. βιβλ. 3 κεφ. 3). Και πάλιν ο αυτός αλλαχού ελέγχων τους αιρετικούς, τους μη ακολουθούντας τη παραδοθείση τη εκκλησία θεία διδασκαλία, φανεροί ημίν τον τρόπον καθ' ον ο προφορικός λόγος του Θεού, η Παράδοσις, διετηρήθη ακεραία: «Οτε, λέγει, ημείς εις την Αποστολικήν (διδασκαλίαν) αυτούς παραπέμπομεν εν ταις Εκκλησίαις τηρουμένην κατά των πρεσβυτέρων διαδοχήν, αντίκεινται το παραδόσει» (Κατά αίρεσ. βιβλ. 3 κεφ. 2).
10) Ο ιερός Κλήμης ο Αλεξανδρείας πραγματευόμενος την αναγκαιότητα της Παραδόσεως λέγει τα εξής: «Αλλ' οι μέν την αληθή της μακαρίας σώζοντες διδασκαλίας παράδοσιν ευθύς από Πέτρου τε και Ιακώβου, και Ιωάννου τε, και Παύλου των αγίων Αποστόλων παις παρά πατρός εκδεχόμενος, ολίγοι δε οι πατράσιν όμοιοι. Ήκoν (φθάνουν) δε συν Θεώ και εις ημάς τα προγονικά εκείνα και αποστολικά καταθησόμενα σπέρματα», (Στρωματ. Α κεφ. 1 § 11, 12).
Αιτιολογών ακόμη ο ιερός Κλήμης διά ποίον λόγον παρεδόθησαν υπό των Αποστόλων ουχί εγγράφως, αλλ' αγράφως λέγει τα εξής: «Αυτίκα (και πρωτον μέν) ου πολλοίς απεκάλυψεν, α μή πολλών ην, ολίγοις δε οίς προσήκει ηπίστατο (ολίγοι επρόκειτο να γνωρίσουν) εκδέξασθαι και τυπωθήναι προς αυτά, τα δε απόρρητα, καθάπερ ο Θεός λόγω πιστεύεται και ου γράμμα τι» (Αυτόθι Α κεφ. 1 § 13). Ακόμη ο ιερός Κλήμης δύο πηγάς των θρησκευτικών ημών γνώσεων παραδέχεται, ήτοι τον γραπτόν λόγον του Θεού, συνοδευόμενος πάντοτε υπό της Ιεράς Παραδόσεως.
11) Ο Ωριγένης ομιλεί περί της εν τη Εκκλησία δια τηρουμένης Παραδόσεως, προτρέπων την τήρησιν αυτής ως εξής: «Τηρητέα ουν η Αποστολική παράδοσις παρά των Αποστόλων τη τάξει της διδαχής παραδοθείσα και μέχρις ημών εν ταίς Εκκλησίαις υπάρχουσα μόνη δ' αυτή η αλήθεια πιστευτέα, η μηδέν διαφέρουσα της Εκκλησιαστικής και Αποστολικής παραδόσεως» (Περί αρχών βιβλ. 1, κεφ. 2). Και αλλαχού ο Ωριγένης ρητώς λέγει, ότι η έννοια των Ιερών Γραφών δέον να ερμηνεύηται διά της Εκκλησιαστικής Παραδόσεως.
12) Ο Άγιος Κυπριανός ομιλεί περί της πολυτιμότητος και αναγκαιότητος της Ιεράς Παραδόσεως ως εξής: «Ράδιον ψυχαίς ευσεβέσι και απλαίς και πλάνας αποφεύγειν και την αλήθειαν ευρίσκειν, άμα γάρ εις την πηγήν της θείας τραπώμεν παραδόσεως, απόλυται η πλάνη» (Λατινιστί (Cyprian) Επιστ. 63).
13) Ο Τερτυλλιανός ρητώς ομολογεί, ότι υπάρχει άγραφος διδασκαλία υπό της αρχαίας Εκκλησίας τηρουμένη: «ουκ άλλην παράδοσιν αποστολικήν οφείλομεν ομολογείν, η την νυν ενταίς ύπ' αυτών ιδρυθείσαις Εκκλησίαις φυλασσομένην» (Νοn alid agnoscenda erit... Contr. Maccion, Ι, Cap. 12).
14) Ο Αυγουστίνος επίσης (τον οποίον εν πολλοίς οι «Ευαγγελικοί» τον παραδέχονται) διά την Παράδοσιν λέγει: «Ότι άπασα η Εκκλησία τηρεί, και ότι άνευ πάσης διατάξεως συνοδικής εν αυτή αεί ετηρείτο, δικαιότατα παρά των Αποστόλων ηγούμεθα παραδεδομένον» (Λατινιστί, de Baptism ν Cap. 24).

15) Ο Μ. Αθανάσιος ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας αποφαίνεται σαφώς περί της αναγκαιότητος και ακεραιότητος της εν τη Εκκλησία υπαρχούσης αληθούς διδασκαλίας της Ιεράς Παραδόσεως λέγων: «Ίδωμεν δ' όμως και προς τούτοις, και αυτήν την εξ αρχής παράδοσιν και διδασκαλίαν και πίστιν της καθολικης4 Εκκλησίας, ην ο μεν Κύριος έδωκεν, οι δε Απόστολοι εκήρυξαν, και οι Πατέρες εφύλαξαν' εν αυτή γάρ η Εκκλησία τεθεμελίωται» και κατωτέρω προσθέτει: «Κατά γάρ την παραδοθείσαν ημίν παρά των Πατέρων αποστολικήν πίστιν παρέδωκα μηδέν έξωθεν επινοήσας». (Λόγ. Περί Αγίου Πνεύματος).
Ακόμη βεβαιοί, ότι το κύρος της Παραδόσεως είναι έτι βέβαιον και εκ των πράξεων των Συνόδων, εν ταις οποίαις αντιπροσωπεύετο άπασα η Οικουμενική Εκκλησία διά των θείων αυτής ποιμένων και διδασκάλων: «... και κατέχων, λέγει, έκαστος την εκ πατέρων πίστιν, ην και οι εν Νικαία συνελθόντες(Πατέρες) υπέμνησαν γράψαντες». (Κατά Αρειανών Λόγ. ΑΙ). Και εν γένει ο μέγας ούτος της Ορθοδοξίας Πατήρ, απαγορεύων την αυθαιρεσίαν εν τη ερμηνεία της Αγίας Γραφής συνιστή την συμφωνίαν και συσχέτισιν των πηγών των περί της εις τον Σωτήρα πίστεως θρησκευτικών ημών γνώσεων, διό και λέγει: «Ημών δε η πίστις εστίν η ορθή, και εκ διδασκαλίας Αποστόλων ορμωμένη, και παραδόσεως των Πατέρων βεβαιουμένη, εις τε Νέας και Παλαιάς Διαθήκης». (Επιστ. προς Αδελφ. Τόμ. Α' σελ. 159).
16) Ο Άγιος Κύριλλος ο Ιεροσολύμων ακμάσας περί τω 350 μ.Χ. αναφέρει εις τας πέντε τελευταίας Μυσταγωγικάς του Κατηχήσεις περί παραδόσεως κατ' εξοχήν δε το πρακτικόν μέρος των Μυστηρίων, το οποίον διατηρεί η Ορθόδοξος Εκκλησία.
Εις την δευτέραν δε του αγίου Κατήχησιν, βλέπομεν ακριβώς πόσον μακράν της αληθείας ευρίσκονται οι πολεμούντες τον παραδοθέντα τη Εκκλησία λόγον του Κυρίου: «Πολύ, (λέγει ο μέγας ούτος Πατήρ) σου φρονημότεροι ήσαν οι Απόστολοι και αρχαίοι επίσκοποι, οι της Εκκλησίας προστάται οι ταύτα παραδόντες σύ ουν τέκνον της Εκκλησίας μη παραχάραττε τους θεσμούς». (Κατηχ. 4 § κβ').
Ομοίως ο αυτός Πατήρ, προφυλλάττων τους πιστούς από της διαστροφής της αληθείας, από τας παγίδας των κακονόων αιρετικών λέγει: «Βλέπετε ουν, αδελφοί, και κρατείτε τας παραδόσεις, ας νυν παραλαμβάνετε και απογράψασθε αυτάς εις το πλάτος της καρδίας υμών τηρήσατε μετ' ευλαβείας μη που συλήση τινάς χαυνωθέντας ο εχθρός μήτις αιρετικός παρατρέψη τι των παραδεδομένων ημίν». (Κατηχ. 5 § η').
17) Ο Επιφάνιος ο Κύπρου, όστις υπήρξε σφοδρότατος πολέμιος των αιρέσεων λέγει περί Παραδόσεως τα εξής: «Και όροι γάρ ετέθησαν ημίν και θεμέλια και οικοδομή της πίστεως, και Αποστόλων παραδόσεις, και Γραφαί Άγιαι, και διαδοχαί διδασκαλίας και εκ πάντοθεν η αλήθεια του Θεού ησφάλισται. (Αιρέσ. 55).Εκτός τούτων παραθέτομεν και μίαν ακόμη μαρτυρίαν του θείου Πατρός έχουσαν ούτω: «Τηρείν δεί, λέγει, και την παράδοσιν ου γάρ οίαν τε εν μόναις ευρείν πάντα ταις γραφαίς, οι γάρ αγιώτατοι Απόστολοι τα μεν εν τη Γραφή κατέλιπον, τα δε εν τη παραδόσει ο και Παύλος βεβαιοί λέγων, καθώς παρέδωκα υμίν». (Α Κορινθ. ια' 2)(Αιρεσ. 60, κεφ. 6).
18) Ο Μ. Βασίλειος μετά τον θείον Επιφάνιον εις πλείστα μέρη των πολυπληθών αυτού συγγραμμάτων παραγγέλλει ρητώς την τήρησιν της εγγράφου διδασκαλίας, της υπό της μητρός ημών Εκκλησίας πεφυλαγμένης.
«Αλλά μη χωρίσης, λέγει, Πατρός και Υιού το Πνεύμα το Άγιον, δυσωπείτω σε η παράδοσις, ο Κύριος ούτως εδίδαξεν, Απόστολοι εκήρυξαν, Πατέρες διετήρησαν, μάρτυρες εβεβαίωσαν αρκέσθητι λέγειν ως εδιδάχθης, και μη μοι τα σοφά ταύτα». (Βασιλ. Ομιλ. 24 κατά Σαβελ. και Αρείου και των Ανομοίων 6).
     Εκ του μνημονευθησομένου χωρίου ηλίου φαεινότερον δείκνυται, ότι το παρ' ημίν Εκκλησιαστικόν καθεστώς δεν μετεβλήθη ουδέ κατά κεραίαν αλλ' είναι αυτό εκείνο, όπερ οι θεοκήρυκες Απόστολοι παρέδωκαν τη Εκκλησία και όπερ μνημονεύει εν τοίς συγγράμμασιν αυτού ο Θείος Βασίλειος και οι λοιποί αρχαίοι της Εκκλησίας Πατέρες: «Των εν τη Εκκλησία λέγει, πεφυλαγμένων δογμάτων και κηρυγμάτων τα μεν εκ της εγγράφου διδασκαλίας έχομεν, τα δε εκ της των Αποστόλων Παραδόσεως διαδοθέντα ημίν εν μυστηρίω παρεδεξάμεθα, απερ αμφότερα την αυτήν ισχύν έχει προς την ευσέβειαν. Και τούτοις ουδείς αντηρεί, ουκ ουν όστις γε κατά μικρόν γουν θεσμών εκκλησιαστικών πεπείραται. Ει γάρ επεχειρίσαμεν τα άγραφα των εθών, ως μη μεγάλην έχοντα την δύναμιν, παραιτείσθαι, λάθοιμεν αν εις αυτά τα καίρια ζημιούντες το Ευαγγέλιον, μάλλον δε εις όνομα ψιλόν περιιστώντες το κήρυγμα. Οίον, (ίνα του πρώτου και κοινωτάτου μνησθώ), τω τύπω του Σταυρού τους εις το όνομα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού ηλπικότας κατασημαίνεσθαι, τις ο διά γράμματος διδάξας; Το προς ανατολάς τετράφθαι κατά την προσευχήν, ποίον εδίδαξεν ημάς γράμμα; Τα της Εκκλησίας ρήματα επί τη αναδείξει του άρτου της Ευχαριστίας και του ποτηρίου της ευλογίας, τις των αγίων εγγράφως ημίν καταλέλοιπεν; ου γάρ δή τούτοις αρκούμεθα, ών ο Απόστολος ή το Ευαγγέλιον επεμνήσθη, αλλά και προλέγομεν και επιλέγομεν έτερα, ως μεγάλην έχοντα προς το μυστήριον την ισχύν, εκ της αγράφου διδασκαλίας παραλαβόντες. Ευλογούμεν δε το τε ύδωρ του Βαπτίσματος και το έλαιον της Χρίσεως, και προσέτι αυτόν τον βαπτιζόμενον, από ποίων εγγράφων; ουκ από της σιωπωμένης και μυστικής παραδόσεως; Τις δε αυτού του ελαίου την Χρίσιν, τις λόγος γεγραμμένος εδίδαξε; το δε τρίς βαπτίζεσθαι τον άνθρωπον πόθεν; Αλλά δε όσα περί το βάπτισμα, αποτάσσεσθαι τω Σατανά και τοίς αγγέλοις αυτού, εκ ποίας εστί γραφής; ουκ εκ της αδημοσιεύτου ταύτης και απορρήτου διδασκαλίας, ην εν απολυπραγμονήτω και απεριεργάστω σιγή οι πατέρες ημών εφύλαξαν καλώς εκείνοι δεδιδαγμένοι των Μυστηρίων τα σεμνά σιωπή διασώζεσθαι; Α γάρ ουδέ εποπτεύειν έξεστι τοίς αμυήτοις, τούτων πώς αν ήν εικός την διδασκαλίαν θριαμβεύειν εν γράμμασι;»
Προχωρών δε εν τω αυτώ κεφαλαίω ο Μέγας Βασίλειος, λέγει: «Επιλείψει με η ημέρα τα άγραφα της Εκκλησίας Μυστήρια διηγούμενον». (Βασιλ. Περί Αγ. Πνεύματος προς Αμφιλόχιον Επίσκοπον Ικονίου κεφ. 27).
Ο Μέγας ούτος Πατήρ, αγαπητέ εν Χριστώ αναγνώστα, γεννηθείς εν έτει 329 μ.Χ., αποδεικνύει διά μαρτυριών πλείστων αρχαίων της Εκκλησίας Πατέρων, ότι αι περί της τελέσεως του Μυστηρίου του Βαπτίσματος και των λοιπών Μυστηρίων ιεραί Παραδόσεις της Εκκλησίας, είναι από της συστάσεως αυτής τεθεσπισμέναι, ότι και αυτός εβαπτίσθη κατά την περί του Βαπτίσματος μνημονευθείσαν υπ' αυτού διάταξιν της Εκκλησίας. Προς απόδειξιν δε τούτου φέρει μάρτυρας και τον Επίσκοπο
Καισαρείας Ευσέβιον, υπό του οποίου έλαβε το Βάπτισμα, και πολλούς άλλους Αποστολικούς και τους αμέσως μετ' αυτούς Πατέρας, οίον Κλήμεντα τον Ρωμαίον, Διονύσιον τον Ρώμης Επίσκοπον, τον Ειρηναίον, τον Ωριγένην, Γρηγόριον τον Θαυματουργόν κ.α.

19) Ο Γρηγόριος Νύσσης επίσης αδελφός του Μ. Βασιλείου τοσούτον σέβεται την Ιεράν Παράδοσιν, ώστε φέρει ταύτην ως σφραγίδα αλάθητον, ως λόγον Θεού, προς επιβεβαίωσιν των λόγων και των επιχειρημάτων αυτού. «Αρκεί γάρ, λέγει, εις απόδειξιν του ημετέρου λόγου το έχειν πατρόθεν ήκουσαν την Παράδοσιν, οιόν τινά κλήρον δι' ακολουθίας εκ των Αποστόλων διά των εφεξής αγίων παραπεμφθέντα». (Γρηγορ. Νύσσης, προς Ευνομ. Λόγ. γ').
20) Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος διδάσκει ημάς να φυλάττωμεν την διδασκαλίαν, ήτοι την παρακαταθήκην των Πατέρων λέγων: «Φυλάσσοντες την καλήν παρακαταθήκην, ην παρά των Πατέρων ειλήφαμεν». (Γρηγορ. Ναζιανζ. Λόγος Ειρηνικ.).
Ο αυτός Πατήρ, ομιλών κατά Ιουλιανού του παραβάτου, μνημονεύει της Ιεράς Παραδόσεως, ως πηγής της θείας διδασκαλίας. «Πόθεν, λέγει, ούτω μισόχριστος ο του Χριστού μαθητής, ο τοσούτοις λόγοις της αληθείας προσομιλήσας, και τα μέν ειπών, τα δε ακούσας των φερόντων εις Σωτηρίαν».(Του αυτού κατά Ιουλιανού Λόγ. Α').
21) Ο Θείος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, παραγγέλλει ημίν στερρώς έχεσθαι της Ιεράς Παραδόσεως. Ούτος ομιλών εις την Α' Κορινθίους επιστολήν του Παύλου, ένθα ο θείος Απόστολος συνιστά την στοματικήν Παράδοσιν, λέγει: «Άρα και αγράφως πολλά παρεδίδου τότε, ο και αλλαχού δηλοί». (Χρυσ. Α' Κορ. Λόγ. 26).
Ομοίως και εν τη Β' Θεσσαλονικείς του Παύλου ομιλών ο Θείος Χρυσόστομος, εν τω τετάρτω αυτού λόγω, λίαν σαφώς αναγνωρίζει το αξιόπιστον της Ιεράς Παραδόσεως και συνιστά το κύρος και την σπουδαιότητα αυτής. «Ου πάντα, λέγει, δι' επιστολής παρεδίδοσαν οι Απόστολοι, αλλά πολλά και αγράφως, ομοίως κακεινα, και ταύτα έστίν αξιόπιστα, ώστε και την Παράδοσιν της Εκκλησίας αξιόπιστον ηγούμεθα, Παράδοσις εστί, μηδέν πλέον ζήτει». (Χρυσ. Β' Θεσσ. Λόγ. δ' και στ').
22) Ο Σωκράτης ο σχολαστικός, εν τη Εκκλησιαστική Ιστορία αυτού βεβαιοί την εκ διαδοχής υπάρχουσαν εν τη Εκκλησία Ιεράν Παράδοσιν. Ούτος αφηγούμενος τα κατά την συγκροτηθείσαν εν Αλεξανδρεία Σύνοδον επί τη ανακηρύξει της Ομοουσίου Τριάδος λέγει: «Ου γάρ νεαράν τινα θρησκείαν επινοήσαντες εις την Εκκλησίαν εισήγαγον, αλλά άπερ εξ αρχής και η Εκκλησιαστική παράδοσις έλεγε, και αποδεικτικώς παρά τοις Χριστιανών σοφοίς εφιλοσοφείτο. Ούτω γάρ πάντες οι παλαιότεροι περί τούτου λόγου γυμνάσαντες, έγγραφον ημίν κατέλιπον» (Σωκρ. Εκκλ. Ιστορ. βιβλ. 3 κεφ. 7).
Ο αυτός ιστορικός Σωκράτης διηγείται, ότι Ασχάλος ο Θεσσαλονίκης Επίσκοπος ερωτηθείς παρά του αυτοκράτορος Θεοδοσίου ποία δόγματα φυλάττει, απήντησε, τα παραδοθέντα υπό των Αποστόλων. «Ου παρήλθε, λέγει, Αρειανών δόξα κατ' Ιλυρίων έθνη, ούδ' ίσχυσε συναρπάσαι η παρ' εκείνου (του Αρείου) γεγενημένη καινοτομία τας τη δε Εκκλησίας, αλλά μένουσι φυλάσσοντες ασάλευτον την άνωθεν μεν και εξ αρχής εκ των Αποστόλων παραδοθείσαν πίστιν, εν δε τη εν Nικαία Συνόδω βεβαιωθείσαν» (Αυτόθι βιβλίον 5, κεφ. 6).
23) Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής εν τη εκθέσει της ορθής ομολογίας λέγει: «Φυλάξωμεν δε μάλλον το μέγα και πρώτον της πίστεως ημών φάρμακον την καλήν, λέγω, της πίστεως κληρονομίαν ομολογούντες ψυχής τε και σώματι μετά παρρησίας, ως οι Πατέρες ημάς εδίδαξαν, οίτινες τοις εξ αρχής αυτόπταις και υπηρέταις γινομένοις του λόγου ηκολούθησαν» (Μαξίμ. Έκθεσις Ορθ. Ομολ.).
24) Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός βεβαιοί, ότι πάν το εν τη Εκκλησία γινόμενον προστέτακται υπό των θεηγόρων, Αποστόλων και πνευματοφόρων Πατέρων εις δόξαν του παμβασιλέως Θεού ημών, δηλαδή Λειτουργίαι και τελεταί και εορταί των Αγίων και ψαλμωδίαι κλπ. «Πάντα, λέγει, οι θεηγόροι Απόστολοι και θεηπόλοι και πνευματοφόροι Πατέρες έν κατοχή του θείου κατά το θεμιτόν γεγονότες, και της εκστατικής τούτου δυνάμεως ποσώς μετειληφότες έν Θεώ, στόμα τι θεοφιλώς εθέσπισαν και Λειτουργίας, και ευχάς, και ψαλμωδίας ετησίους τε μνήμας των προλαβόντων, άτινα μέχρι του νυν, Θεού του φιλανθρώπου τη χάριτι, επαύξουσι και προστίθενται από ανατολών ηλίου μέχρι δυσμών και βορρά και νότον, εις δόξαν και αίνον του Κυρίου και βασιλέως των βασιλευόντων Θεού». Ομοίως του λόγου γενομένου εις το στρέφεσθαι προς ανατολάς κατά την ώραν της προσευχής, λέγει, «Άγραφος, η παράδοσις αυτή των Αποστόλων, πολλά γάρ αγράφως ημίν παρέδωκαν».

Και εν γένει ο Άγιος Ιωάννης, γνωρίζων την σοβαρότητα των Αποστολικών Παραδόσεων ονομάζει τους Αγίους Πατέρας ακριβείς φύλακας αυτών «Αποστολικών Παραδόσεων ακριβείς φύλακες γεγόνατε Άγιοι Πατέρες».
     Ταύτην δε την ομολογίαν του ιερού Δαμασκηνού, δηλαδή, ότι οι Άγιοι Πατέρες έγιναν ακριβείς φύλακες των Αποστολικών Παραδόσεων, επιβεβαιούσι με μίαν φωνήν άπαντες οι κήρυκες της πίστεως από των Αποστολικών Χρόνων μέχρις ημών, ως είδομεν εις τα εκτεθέντα χωρία των Αποστολικών ανδρών και διαδόχων αυτών.
Λυπούμεθα δε, μη δυνάμενοι να εκταθώμεν περισσότερον καταχωρούντες πλείονα εκ του αφθόνου ταμείου των εκλεκτών της του Χριστού ποίμνης Ποιμένων και Διδασκάλων. Ελπίζομεν όμως ότι και αυτά είναι αρκετά διά τους θέλοντας. Διά τους εγωϊστάς και μη θέλοντας ολόκληρον την Πατρολογίαν εάν παραθέταμεν δεν ήθελον συγκινηθή.
Τέλος, πας όστις θέλει να πιστεύη ορθώς, ως εδίδαξεν ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός και οι Απόστολοι, όστις θέλει να έχη ακεραίαν και ανόθευτον την Ευαγγελικήν αλήθειαν οφείλει να ερμηνεύη τον γραπτόν λόγον του Θεού, δηλαδή την αγίαν Γραφήν, ουχί αλαζονευόμενος, ουχί κατά τας προλήψεις αυτού, αλλ' εν απλότητι, έχων πάντοτε ύπ' όψιν την αυθεντίαν της εν τη Εκκλησία τηρουμένης Αποστολικής διδασκαλίας, ήτοι της Ιεράς Παραδόσεως, διότι κατά τον Άγιον Ειρηναίον:
«Οι την παράδοσιν αγνοούντες ου δύνανται την αλήθειαν εκ των Γραφών ευρείν» (Ειρην. κατά αιρεσ. γ' 2, δ' 63) και κατά τον Κλήμην Αλεξανδρείας: «Οι κατά της Εκκλησιαστικής Παραδόσεως την Γραφήν ερμηνεύοντες απώλεσαν τον της αληθείας κανόνα». (Στρωμ. α' 7). Επομένως, ίνα μη απολέσωμεν τον της αληθείας κανόνα: «ουκ οφείλομεν παρεκλίνειν της πρώτης Εκκλησιαστικής Παραδόσεως και Γραφαίς πιστεύσαι άλλως πως, παρά ως παρέδωκαν ημίν εκ διαδοχής αι του Θεού Εκκλησίαι»(Ωριγ.).
Διό και λέγομεν τοίς παρ' ημίν «Ευαγγελικοίς» εις την πραγματικότητα «Αντιευαγγελικοίς» ως έλεγε εις τους προκατόχους αυτών προ 1640 ετών ο Άγιος Κυπριανός: «Εάν προς την πηγήν της θείας Παραδόσεως στρέψωσι παύσει η ανθρωπίνη πλάνη» (Κυπριαν. Επιστ. 74).
Αλλ' Έλληνες «Ευαγγελικοί», αφού απορρίπτετε την Παράδοσιν 24 Αγίων Πατέρων, πως παραδέχεσθε την του Λουθήρου; Ποίος γνωρίζει καλύτερον, ο Λούθηρος που παρουσιάζεται μετά 1500 έτη ή αυτοί που ήσαν διάδοχοι των Αποστόλων; Προσέξατε την πλάνην και την απώλειαν όπου ευρίσκεται όπισθεν αυτής. Από ημάς εξαρτάται η σωτηρία. Ο Θεός θέλει πάντας σωθήναι και αναμένει. Το ευχόμεθα με όλην την δύναμιν της ψυχής μας

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
1. Τούτου χάριν, λέγει ο Παύλος εις τον Τίτον, «Κατέλιπόν σε εν Κρήτη ίνα τα λείποντα επιδιορθώση και καταστήσης κατά πόλιν πρεσβυτέρους ως εγώ σοι διεταξάμην». (Τιτ. α' 5). Δηλαδή, καθ' ον τρόπον εγώ σοι διέταξα. Ο τρόπος όμως αυτός καιτοι δεν μνημονεύεται γραπτώς υπό τού Παύλου εφηρμόσθη βεβαίως υπό τού Τίτου και μεταδόθη τοίς επιγινομένοις αποτελεί δε προφανώς μίαν παράδοσιν συμπληρούσαν την Γραφήν, την οποίαν καλούνται οι «Ευαγγελικοί» να προσέξουν.
2. Εκτός των είκοσι επτά κανονικών βιβλίων της Κ. Διαθήκης, εγράφησαν υπό των πολεμίων της Χριστιανικής Θρησκείας αιρετικών των πρώτων αιώνων και πλείστα άλλα νόθα και ψευδεπίγραφα Ευαγγέλια μερικά των οποίων είναι και τα εξής: 1) Το καθ' Εβραίους Ευαγγέλιον, όπερ ήτο το του Ματθαίου νενοθευμένον υπό των Εβραίων Χριστιανών. 2) Το κατ' Αιγυπτίους Ευαγγέλιον, εξ ου αντλούν τας πλάνας αυτών οι Σαβελλιανοί. 3) Το κατά Μαρκίωνα Ευαγγέλιον, όπερ ήτο το του ιερού Λουκά ηκρωτηριασμένον και νενοθευμένον υπό των αιρετικών, οίτινες ημφισβήτουν το γνήσιον τού Λουκά. 4) Το Ευαγγέλιον των 12 Αποστόλων. 5) Το Πρωτοευαγγέλιον τού Ιακώβου. 6) Το κατά Θωμάν, το της νηπιότητος τού Χριστού Ευαγγέλιον. 7) Το Ευαγγέλιον της γενέσεως της Θεοτόκου. 8) Το Ευαγγέλιον τού Νικοδήμου. 9) Αι απόκρυφοι πράξεις διαφόρων Αποστόλων. 10) Αι Απόκρυφοι επιστολαί και πολλαί άλλαι αναφοραί και ιστορίαι. Τα νόθα και ψευδεπίγραφα ταύτα βιβλία, άτινα επενόησαν οι αιρετικοί προς υποστήριξιν των κακοδοξιών αυτών, είναι περισσότερα των γνησίων.
3. «Άρα ουν αδελφοί στήκετε και κρατείτε τας παραδόσεις, ας εδιδάχθητε, είτε διά λόγου, είτε δι' επιστολής ημών» (Β' Θεσ. β' 15).
«Παραγγέλομεν δε υμίν, αδελφοί, εν ονόματι τού Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, στέλλεσθαι υμάς από παντός αδελφού ατάκτως περιπατούντος, και μη κατά την παράδοσιν, ην παρέλαβεν παρ' ημών» (Β' Θεσ. γ' 6).
«Επαινώ δε υμάς, αδελφοί, ότι πάντα μου μέμνησθε, καθώς παρέδωκα υμίν τας παραδόσεις κατέχετε» (Α' Κορ. ια' 2).
«Τα δε λοιπά ως αν έλθω διατάξομαι» (αυτ. 34). «Παρέδωκα δε υμίν, εν πρώτοις α και παρέλαβον» (Α' Κορ. ιε' 3). «Και α ήκουσας παρ' εμού διά πολλών μαρτύρων, ταύτα παράθου πιστοίς ανθρώποις, οίτινες ικανοί έσονται και ετέρους διδάξαι». (Β' Τιμ. β' 2). Εις το σημείον αυτό δηλούται και η προς άλλους μετάδοσις της παραδόσεως.
«Καταστήσεις κατά πόλεις πρεσβυτέρους, ως εγώ σοι διεταξάμην» (Τίτ.α' 5).
«Ά και εμάθετε και παρελάβετε και ηκούσατε και είδετε εν εμοί, ταύτα πράσσετε» (Φιλ. δ' 9).
«Καθώς παρέδωσαν ημίν οι απ' αρχής αυτόπται και υπηρέται γενόμενοι του Λόγου, έδοξε καμοί παρηκολουθηκότι άνωθεν πάσιν ακριβώς, καθεξής σοι γράψαι, κράτιστε Θεόφιλε, ίνα επιγνώς περί ων κατηχήθης λόγων την ασφάλειαν» (Λουκ. α' 2).
«Οίς και παρέστησεν εαυτόν ζώντα, μετά το παθείν αυτόν εν πολλοίς τεκμηρίοις, δι' ημερών τεσσαράκοντα οπτανόμενος αυτοίς και λέγων τα περί της βασιλείας του Θεού» (Πράξ. α' 3).
Τί τοίς ελεγεν, ω «Ευαγγελικοί», ο Κύριος επί τεσσαράκοντα ημέρας περί της Βασιλείας του Θεού; που είναι γεγραμμένα αυτά; Ης ποίον βιβλίον της Κ. Διαθήκης αναφέρονται;
«Διό γρηγορείτε μνημονεύοντες ότι τριετία ν νύκτα και ημέραν ουκ επαυσάμην μετά δακρύων νου θετών ένα έκαστον» (Πράξ. κ' 31). Τί τοίς ελεγεν και πάλιν ω «Ευαγγελικοί» τρία έτη ο Παύλος; Εις ποίον βιβλίον ταύτα αναφέρονται; Δεν είσθε λοιπόν ανακόλουθοι;
4. Όταν λέγει «Καθολική» δεν εννοεί της Παπικής αλλά της Ορθοδόξου. Δεν υπήρχε άλλωστε επί ημερών Μ. Αθανασίου η Παπική λεγομένη εκκλησία.